Σαν σήμερα 12 Αυγούστου, Ράντκλιφ Χολ Radclyffe Hall (1880 – 1943)



Η Ράντκλιφ Χαλ υπήρξε μία από τις πιο σπουδαίες αγγλίδες συγγραφείς, γνωστή για το μυθιστόρημά της The Well of Loneliness (Το πηγάδι της μοναξιάς), που όπως πολλοί πιστεύουν είναι το πιο σημαντικό βιβλίο στην λεσβιακή λογοτεχνία. Η ίδια έζησε μια ανοικτή και υπερήφανη ζωή ως λεσβία.
Το πλήρες της όνομα ήταν Marguerite Radclyffe Hall, προτιμούσε όμως να την φωνάζουν με το όνομα Τζον. Γεννήθηκε στις 12 Αυγούστου του 1880 στο Χάμσαϊρ της Αγγλίας. Τα πρώτα της παιδικά χρόνια δεν θα είναι ιδιαίτερα ευτυχή. Η μητέρα της, η Marie Diehl, ήταν αμερικανίδα, χήρα, η οποία παντρεύτηκε τον πλούσιο μεν, σπάταλο δε, Radclyffe Radclyffe Hall, περιπλανώμενο γιατρό στο επάγγελμα. Μη ικανός για οικιακή ζωή, εγκατέλειψε την Diehl, λίγους μήνες πριν από τη γέννηση του Τζον.
Έτσι ο Τζον μεγάλωσε με δυσκολίες, η μητέρα μπορούσε με δυσκολία να αντεπεξέλθει. Δεν έλαβε κανονική εκπαίδευση στο σχολείο, έδειξε όμως ενδιαφέρον από μικρή για το πιάνο. Συνέθετε δικά της τραγούδια και στίχους (μερικούς από αυτούς τους στίχους θα τους εκδώσει αργότερα σε πέντε τόμους ποίησης), ενώ της άρεσαν πολύ τα άλογα, η ιππασία και τα αυτοκίνητα.
Σε ηλικία εικοσιενός ετών κληρονόμησε 10.000.000 δολάρια από τον παππού της και εγκατέλειψε το σπίτι της. Ταξίδεψε στην Ιταλία, την Γαλλία και σε ηλικία εικοσιοκτώ ετών γνώρισε την Mabel Veronica Batten, την «Ladye,» με την οποία θα ζήσουν μαζί (στην αρχή μαζί με τον σύζυγο της Ladye), έως τον θάνατο της Batten το 1915.
Κάτω από την επιρροή της Ladye, ο Τζον θα ασπαστεί τον καθολικισμό, ολόψυχα για όλη την υπόλοιπη ζωή της κάτι που θα χρωματίσει τόσο την ζωή, όσο και τη γραφή της. Η Ladye θα παίξει αποφασιστικό ρόλο στο να συνειδοτοποιήσει ο Τζον το ταλέντο που είχε στο γράψιμο και θα τον ενθαρρύνει να κάνει το πρώτο βήμα προς την έκδοση αρχική της ποίησής της και στη συνέχει των μυθιστορημάτων. Μέσω της Ladye, γνώρισε επίσης την ανεψιά της Una Lady Troubridge, την νεαρή γυναίκα του ηλικιωμένου Admiral Ernest Troubridge.
Λίγο πριν τον θάνατο της Ladye το 1915 η Χολ και η Una γίνονται ερωμένες, μία δια βίου σχέση για τις δύο γυναίκες. Για την Χολ τα επόμενα δεκατρία χρόνια θα είναι ιδιαίτερα δημιουργικά, καθώς στη διάρκεια αυτών των χρόνων έγραψε και εξέδωσε τέσσερα μυθιστορήματα, τρία εξ αυτών αρκετά επιτυχημένα εκδοτικά με πολύ καλές κριτικές.
Επίσης η Χολ και η Una συγχρωτίζονταν με πολλές λεσβίες λογοτέχνιδες της εποχής εκείνης στο Λονδίνο και στο Παρίσι, όσο ζούσαν μαζί στο Mayfair και ταξίδευαν για μεγάλες περιόδους στην Ιταλία και τη Γαλλία.
Πολλές ώρες της ζωής της πέρασε μελετώντας για τα ψυχικά φαινόμενα (είχε εγγραφεί και αρθρογραφούσε και στο Society for Psychical Research), ενώ προσπαθούσε με ακόρεστο πάθος να βρει στην επιστημονική βιβλιογραφία άρθρα για τον λεσβιασμό, την αναστροφή ρόλων φύλου και την ομο-ερωτική επιθυμία.
Το 1928 θα εκδώσει το Πηγάδι της Μοναξιάς, το μυθιστόρημα για το οποίο είναι γνωστή παγκοσμίως. Για τα επόμενα έξι χρόνια δεν θα είναι πολύ παραγωγική. Θα εκδώσει ένα μυθιστόρημα και μία συλλογή διηγημάτων.
Το 1934 θα γνωρίσει την Evguenia Souline μία 30χρονη ρωσίδα εμιγκρέ χωρίς υπηκοότητα η οποία θα γινόταν ερωμένη της, αλλά και κατά κάποιο τρόπο ο βασανιστής της. Η σχέση ήταν θυελλώδης, εν τέλει όμως καταστροφική για την υγεία και την δουλειά της.
Το 1938 η Χολ και η Una κάνουν σχέδια για να ζήσουν μαζί στην Φλωρεντία, τα σχέδιά τους όμως ανατρέπονται από το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ταλαιπωρημένη ήδη από προβλήματα υγείας θα ταξιδέψει με την Souline στο Λονδίνο (είχε καταφέρει να πάρει υπηκοότητα). Η σχέση της με την Souline δεν πάει ιδιαίτερα καλά και η υγεία της δεν της επιτρέπει να είναι πιστή στη σταθερή αγάπη της, τη γραφή. Πεθαίνει στο Λονδίνο στις 7 Οκτωβρίου του 1943 από καρκίνο του στομάχου. Ετάφη δίπλα στην αγαπημένη της Ladye, στο κοιμητήριο Highgate Cemetery, στο Λονδίνο.
Η Χαλ έζησε τον λεσβιασμό της ανοικτά και περήφανα, ενώ πίστευε ότι το γεγονός ότι ένοιωθε αγόρι, ήταν γενετήσιο («congenital» χρησιμοποιώντας όρο του μέντορά της Havelock Ellis). Από τα τριάντα της χρόνια και μετά ντυνόταν πλέον με αντρικά ρούχα περισσότερο, έκοψε τα μαλλιά της κοντά και συχνά φορούσε γραβάτα.

Η ποίηση της Ράντκλιφ Χολ

Οι πέντε τόμοι ποίησης που εξέδωσε ήταν τα πρώτα της έργα. Εκδόθηκαν μεταξύ 1906 και 1915. Τα περισσότερα ποιήματά της κατηγοριοποιούνται στον εδουαρδιανό στίχο, και μόνο ένα ποίημά της κρύβει ομο-ερωτικό περιεχόμενο.
Ο τελευταίος τόμος με τίτλο The Forgotten Island είναι πιο σύνθετος, περιέχει ποιήματα ερωτικού χαρακτήρα, πάθους και νοσταλγίας, για το «νησί» που αφήνει πίσω. Το φύλο της αγαπημένης ωστόσο δεν συγκεκριμενοποιείται.

Τα μυθιστορήματα της Χολ (πλην του The Well of Loneliness)

Το πρώτο της μυθιστόρημα είναι το The Forge (1924) και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους μελετητές της λεσβιακής λογοτεχνίας γιατί παρουσιάζει ένα μυθοπλαστικό πορτραίτο της ζωγράφου Romaine Brooks, ερωμένης της Ναταλί Κλίφορντ Μπάρνεϊ για πενήντα χρόνια. Ομοίως, το A Saturday Life (1925) περιέχει ένα ενδιαφέρον πορτραίτο μιας γηραιάς άγαμης γυναίκας, οποία εκφράζει συναισθήματα προς την πρωταγωνίστρια Sidonie η επιθυμία όμως ποτέ δεν παίρνει σάρκα και οστά παραμένει απραγματοποίητη.
Τα περισσότερα από τα υπόλοιπα μυθιστορήματά της, όπως τα Adam’s Breed (1926), The Master of the House (1932), και The Sixth Beatitude (1936) μοιράζονται το ίδιο αντικείμενο μυθοπλασίας – τις ζωές απλών και ταπεινών ανθρώπων και την αναζήτηση της πνευματικής ενότητας και πληρότητας που υπερβαίνει τα όρια του αισθητού χρόνου, χώρου και καταστάσεων. Όπως η ίδια είχε πει στην ερωμένη της Souline, ήθελε να γράψει για τους φτωχούς, τους ανθρώπους που βρίσκονται στο περιθώριο, τους «απροσάρμοστους», γιατί με αυτούς μοιραζόταν τα ίδια βάσανα.
Η αναζήτηση της υπέρβασης και της πνευματικής πληρότητας είναι αλληλένδετα με την σεξουαλική της ταυτότητα στο μέτρο που η ίδια ζητούσε πνευματική παρηγορία σε μία απαρασάλευτη πίστη ότι και εκείνη είναι δημιούργημα του Θεού και ότι όλα αυτά που περνά είναι μέσα στο σχέδιό του για εκείνην.
Όπως η ίδια είχε πει στην Souline, στο Πηγάδι της Μοναξιάς, έγραψε όλα όσα είχε να πει για την ταυτότητά της και πράγματι αυτό ήταν το μοναδικό της.
Ωστόσο το The Unlit Lamp, είναι το βιβλίο της που πολλοί κριτικοί θεωρούν ως το καλύτερό της. Η λεσβιακή θεματική εδώ είναι καναλιζαρισμένη, μολαταύτα ισχυρά παρούσα.
Η Joan Ogden είναι μια απόκληρη που καταλαβαίνει ότι δεν την ενδιαφέρει ο γάμος και οι άντρες, είναι παγιδευμένη στις ανάγκες της οικογενείας της και των επαρχιακών προσδοκιών. Η προγυμνάστριά της, η ιδιόμορφη, οστεώδης, διανοητικά κραταιά Elizabeth Rodney, την ενθαρρύνει να δραπετεύσει από την ασφυκτική μητέρα της και από τις συμβάσεις της επαρχιακής ζωής και να πάει στο κολέγιο, και να ζήσουν μαζί, να μοιραστούν το ίδιο σπίτι.
Η Joan όμως δεν βρίσκει τελικά το κουράγιο και καταλήγει να θυσιάσει μια ζωή εγκαταλελειμμένη κοντά στη μεγάλη σε ηλικία μητέρα της.

«Miss Ogilvy Finds Herself»

Το διήγημα «Miss Ogilvy Finds Herself,» γράφτηκε το 1926 παρ’ ότι εκδόθηκε το 1934. Η Χαλ το έγραψε ως ένα πείραμα που θα την οδηγούσε στο Πηγάδι της μοναξιάς. Η Miss Ogilvy είναι ακόμη μια απόκληρη, μία γυναίκα που δεν δείχνει κανένα ενδιαφέρον για τον συμβατικό ρομαντισμό ή τον γάμο, έχει όμως ισχυρό ταλέντο στην διαχείριση της ζωής, διευθύνει την ακίνητη περιουσία της, παίρνει οικονομικές αποφάσεις με αρκετό ρίσκο, εμπλέκεται σε διενέξεις και γενικότερα σε καταστάσεις που εκείνη την εποχή θεωρούνταν «ανδρικές».
Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, δίνει την δυνατότητα στην Miss Ogilvy να χρησιμοποιήσει αυτά τα ταλέντα της στην υπηρεσία της πατρίδας της, παίρνοντας την διεύθυνση του σώματος των ασθενοφόρων στο μέτωπο της Γαλλίας. Ωστόσο μετά το πέρας του πολέμου απομονώνεται γιώθωντας μόνη, παράταιρη, απόκληρη.
Οι μέρες της τελειώνουν με μία τρόπω τινά μυστικιστική αναζήτηση του εαυτού της και καταλαβαίνει ότι εσωτερικός της κύκλος έχει ολοκληρωθεί και εκείνη νοιώθει ότι δεν ταιριάζει, είναι εκτός του κλίματος της εποχής της.

Το πηγάδι της μοναξιάς.




Μετά την επιτυχία του The Unlit Lamp, που κέρδισε τα βραβεία Prix Femina, Adam’s Breed, και James Tait Black ως το καλύτερο μυθιστόρημα το 1926, η Χολ ένοιωσε πια σίγουρη γι’ αυτό που ήθελε να γράψει. Να γράψει για τον εαυτό της, για τα «γενετήσια βάσανά της» και για όλες τις γυναίκες όπως εκείνη.
Το πηγάδι της μοναξιάς, ένα σχεδόν αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, είναι η ιστορία της Στήβεν Γκόρντον, μιας γυναίκας που γεννιέται σε μια μεγαλοαστική οικογένεια της Αγγλίας, στη θέση του πολυπρόσμενου γιου, και από τότε μεγαλώνει (τη μεγαλώνουν) με συμπεριφορές ασυνήθιστες για τα κορίτσια της εποχής της. Κάνει αθλητισμό, ιππεύει, ξιφασκεί. Συνέπεια άμεση της διαφοράς της από τα άλλα κορίτσια, η απομόνωσή της -μοτίβο που κυριαρχεί σε όλο το βιβλίο.
Η δημόσια κατακραυγή δεν θα αργήσει να έρθει για το βιβλίο. Οι συντηρητικοί ηθικολόγοι της εποχής καταφέρνουν να φέρουν σε δίκη τον εκδότη της, δίκη που είχε μεγάλη δημοσιότητα.
Η άμυνα, η υπεράσπιση της Χολ ήταν οι θέσεις του Ellis, του Magnus Hirschfeld, και ενός ακόμη διακεκριμένου σεξολόγου. Τελικώς δεν τα καταφέρνει και το βιβλίο απαγορεύεται, ωστόσο όμως κυκλοφορεί ήδη στην Γαλλία ευρέως. Η προσπάθεια των συντηρητικών να απαγορευθεί και στις Ηνωμένες Πολιτείες αποτυγχάνει. Μάλιστα πουλά 10.000 αντίτυπα μέσα σ’ έναν χρόνο.
Μέσα στα επόμενα χρόνια, η Χολ ισχυρίστηκε ότι πήρε πάνω από 10.000 γράμματα για το μυθιστόρημα, πολλά από ομοφυλόφιλες γυναίκες που την ευγνωμονούσαν. Μέχρι το 1943 που πέθανε το μυθιστόρημα, εκδόθηκε σε δεκατέσσερις γλώσσες και πούλησε πάνω από 100.000 αντίτυπα. Ποτέ δεν έλειψε από την κυκλοφορία.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
 Baker, Michael. Our Three Selves: The Life of Radclyffe Hall. New York: Morrow, 1985.
 Breen, Margaret Soenser. «Narrative Inversion: The Biblical Heritage of The Well of Loneliness and Desert of the Heart.» Reclaiming the Sacred: The Bible in Gay and Lesbian Culture. Raymond-Jean Frontain, ed. New York: Haworth, 1997. 187-206.
 Brittain, Vera. Radclyffe Hall: A Case of Obscenity? New York: Barnes, 1969.
 Dickson, Lovat. Radclyffe Hall at the Well of Loneliness: A Sapphic Chronicle. London: Collins, 1975.
 Madden, Ed. «The Well of Loneliness, or The Gospel According to Radclyffe Hall.» Reclaiming the Sacred: The Bible in Gay and Lesbian Culture. Raymond-Jean Frontain, ed. New York: Haworth, 1997. 163-186.
 Hall, Radclyffe. Adam’s Breed. London: Cassell, 1926.
 Ormrod, Richard. Una Troubridge: The Friend of Radclyffe Hall. London: Cape, 1984.
 Ruehl, Sonja. «Inverts and Experts: Radclyffe Hall and the Lesbian Identity.» Feminism, Culture, and Politics. Rosalind Brunt and Caroline Rowan, eds. London: Lawrence and Wishart, 1983. 15-36.
 Souhami, Diana. The Trials of Radclyffe Hall. London: Weidenfield and Nicolson, 1998. – Troubridge, Una. The Life and Death of Radclyffe Hall. London: Hammond, 1961.
LGBT People in History
Πηγή: © ΠΟΛΥΧΡΩΜΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ – COLOURFUL PLANET με πληροφορίες από Glbtq.Com

Unfuck the World: Soundtrack πολιτικής σύγκρουσης Rage Against the Machine, Public Enemy & Cypress Hill δηλώνουν πολιτικά και καλλιτεχνικά παρών










Γράφει ο Χρήστος Σκυλλάκος, για ΤοΠεριοδικό








Ο Tom Morello δήλωσε στο περιοδικό Rolling Stone: «Είμαστε μια επίλεκτη ομάδα κρούσης επαναστατών μουσικών αποφασισμένοι να αντιμετωπίσουμε αυτό το βουνό από εκλογικές αηδίες και θα το αντιμετωπίσουμε κατά μέτωπο με Marshall ενισχυτές που θερίζουν». Αυτοί είναι η κολεκτίβα μουσικών με το όνομα «Prophets of Rage». Και αν οι εκλογές τελείωσαν και ο Donald Trump είναι ήδη πρόεδρος αν και προφανώς με χαμηλά επίπεδα λαϊκής αποδοχής μα συνεχίζοντας στα πλαίσια των αμερικάνικων σχεδιασμών να απειλεί παγκόσμια τους πάντες – λες και πότε σταμάτησε η «Made in USA επιβολή» να το κάνει αυτό; – και να κλείνει οικονομικές συμφωνίες με την Σαουδική Αραβία ύψους 350 εκατ. για πώληση όπλων, μιας χώρας «θα χυθεί αίμα» πετρελαϊκής αντίληψης που κλείνει ανοιχτά το μάτι στους ISIS, – σε αυτό λοιπόν το «θεσπέσιο» πλαίσιο ενός γεωπολιτικά τεντωμένου κόσμου, το κίνημα προσπαθεί να αντεπεξέλθει. Και ανάμεσα στις γραμμές του κινήματος, θέτονται σε επιφυλακή και οι νότες. Φλεγόμενες, σκληρές, ωμές. Κίνημα, τέχνη, μουσική. Ουδέποτε αυτά τα πράγματα δεν τα χώριζαν τοίχοι, δεν ήταν ανεξάρτητα. Αλληλοτροφοδοτούσαν έμπνευση και ύπαρξη. Αυτό δεν αλλάζει. Το κίνημα είναι πολιτική έκφραση του ανθρώπου. Η τέχνη επίσης.

Και μπορεί το κίνημα, στη Δύση τουλάχιστον, να είναι σε μια σχετική οπισθοχώρηση, αλλά πότε οι ιδέες, οι ανθρώπινες σκέψεις πεθαίνουν ολοκληρωτικά; Στην ολική επίθεση, ακόμη και αν δεν είναι ολική, η αντεπίθεση πρέπει να θεωρείται ενστικτωδώς δεδομένη. Οι απελευθερωτικές ιδέες είναι το τελευταίο προπύργιο της ελεύθερης ανθρωπότητας. Άπαρτο. Κι ας βασίζεται τουλάχιστον σε μια μη κατευθυνόμενη, μα πάντα δικαιολογημένη και υπαρκτή οργή. Σιγοβράζουσα. Και υπάρχουν και αυτοί, ανάμεσα μας, οι κάποιοι που αυτή την οργή την μετατρέπουν σε λόγια, σε στίχους, σε εκφράσεις, σε μουσικά μοτίβα. Ιδεολογική διαπάλη, μονίμως υπαρκτή. Η μουσική δεν είναι μονάχα χορός και διασκεδάσεις μα και πολιτική πρόταση με στυλ.

Prophets of Rage, λοιπόν. Rage Against the Machine, Audioslave, Public Enemy και Cypress Hill σε μια κοινή παρέα, μια κοινή πρόταση. Το καθένα από αυτά τα group μια ιστορία. Ιστορία καλλιτεχνικής προσφοράς, πειραματικής και underground προσφοράς μα και προσφοράς στάσης και ρόλου καλλιτέχνη. Ο Tom Morello δεν είναι κανένας λαϊκιστής της κακιάς ώρας ή μοδάτος επαναστάτης. Έγινε μέλος των «Industrial Workers of The World (IWW)» και ίδρυσε την οργάνωση «Axis of Justice» με άλλους μουσικούς που στόχο έχουν την πολιτική πάλη. Όλοι τους πολιτικές προσωπικότητες που για όπλο, όπως λένε, έχουν «τους ενισχυτές τους» και τον θόρυβο ενάντια στο πυρηνικό θόρυβο και τον συναγερμό του πανικού και της τρομοκρατίας που μας μαθητεύουν να φοβόμαστε και να προσκυνάμε. Προσωπικότητες λοιπόν συγκεκριμένης στόχευσης, συγκεκριμένης στράτευσης. Μέσα από τα σύνορα των Ηνωμένων Πολιτειών και πάνω από τους φράχτες του παγκόσμιου μπαμπούλα γράφουν τραγούδια που γίνονται νέες αναφορές. Το μυαλό στο άκουσμα της μουσικής και των στίχων συνέρχεται και μπαίνει σε μια τάξη βγαίνοντας από την πολιτικά ορθή πλαδαρότητα. Soundtrack πολιτικής σύγκρουσης.

Υπάρχει μια σταθερά στην τέχνη όπου μπορούμε και εκεί να καταφεύγουμε ως μια πολιτική τοποθέτηση και αναφορά που καταργεί τα σύνορα, εξεγερσιακή στην μορφή και στο περιεχόμενο. Αρέσει, δεν αρέσει σε κάποιον αυτή η μουσική, δεν μπορεί παρά να εκτιμήσει την τιμιότητα των δημιουργών της. Τιμιότητα που έγκειται στο γεγονός πως σε κάθε παρακμή, σε κάθε πτώση, η ανθρωπότητα έχει πάντα μια αχτίδα φωτός που την κρατάει φυλαγμένη στα σωθικά της, ως σκέψη, ως ιδεολογικό φορτίο, ως καλλιτεχνική έκφραση. Διότι ολοκληρωτική νίκη της ισοπέδωσης, της πιστής ακολουθίας των παγκόσμιων αφεντικών και των αξιών τους δεν μπορεί να υπάρξει. Πάντα κάποιος θα ξεφεύγει από την παγίδα και θα παίρνει αμπάριζα και τους υπόλοιπους.


Με ένα βίντεο δια χειρός του βραβευμένου ντοκιμαντερίστα Michael Moore, – όπου τα επίκαιρα είναι επίκαιρα δοσμένα και τοποθετημένα με μονταρισμένο φρενήρη ρυθμό ισότιμο της μουσικής, ακριβώς όπως η σύγκρουση η σωματική, η σύγκρουση η πολιτική σε ένα «fucked up world» – οι Prophets of Rage απαιτούν το «unfuck» του. 25 χρόνια τώρα άλλωστε, περάσανε τις εξετάσεις με τίνος το μέρος είναι.

https://www.youtube.com/watch?v=6ad4MH7fMLs

Το μετατραυματικό στρες και οι επιδράσεις του πολέμου μέσα από 14 φωτογραφίες


Η φωτογράφος και κινηματογραφίστρια Lalage Snow πραγματοποίησε ένα πολύ ενδιαφέρον πρότζεκτ καταγράφοντας τις επιδράσεις του πολέμου και την εξέλιξη του μετατραυματικού στρες σε 14 βρετανούς στρατιώτες, που πήγαν στο Αφγανιστάν. 
Κάθε ένας φωτογραφήθηκε τρεις φορές. Η πρώτη φωτογράφηση έγινε πριν φύγει, η δεύτερη τρεις μήνες αργότερα όσο υπηρετούσε, και η τρίτη λίγες ημέρες μετά την επιστροφή του. 
Στις πρώτες φωτογραφίες οι στρατιώτες φαίνονται αγχωμένοι μπροστά στην αβεβαιότητα. Στις ενδιάμεσες, το βλέμμα τους είναι πιο ζωηρό και έντονο. Τα πρόσωπά τους πιο αγριεμένα. Η τελευταία δείχνει τους στρατιώτες με θλιμμένο ή κενό βλέμμα. Σε κάποιους οι σωματικές επιπτώσεις είναι ακόμη πιο εμφανείς.
Οι φωτογραφίες είναι ένα μέρος του πρότζεκτ "We are the not Dead" ("είμαστε αυτοί που δεν πέθαναν"), που έχει σκοπό να καταγράψει τις μεταβολές που προκαλεί ο πόλεμος, τόσο στην ψυχολογία όσο και στη σωματική υγεία. 













Η διάλεξη του Μάνου Χατζιδάκι για το ρεμπέτικο τραγούδι




Η πρώτη εργασία του Μάνου Χατζιδάκι για το ρεμπέτικο τραγούδι.

Η διάλεξη δόθηκε στις 31 Ιανουαρίου 1949, στο Θέατρο Τέχνης.

EΡΜΗΝEΙΑ ΚΑΙ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ (PEΜΠΕΤIKΟ)

Θα ήθελα προκαταβολικά να σας πληροφορήσω, πως μ’ όλη μου την καλή διάθεση, δεν είμαι σε θέση να πω, ούτε καινούργια πράγματα, ούτε κι όσα μιλήσω απόψε να τα δώσω με σοφία. Θα προσπαθήσω όμως κι όσο μπορώ πιο καλά, να σας μεταδώσω αυτό που με κάνει να ζω και να βλέπω την αξία του μέχρι σήμερα περιφερόμενου λαϊκού σκοπού της πόλης

Τώρα αν τούτη η πανηγυριώτικη ομιλία για το ρεμπέτικο, γινόταν πριν δυο χρόνια, ίσως να ΄χε κάπως διαφορετικό χαρακτήρα, δηλαδή να ΄ταν, πιο μεροληπτική –μπορούμε να πούμε – και συγχρόνως πιο ενθουσιαστική για το θησαυρό που κλείνουν οι ρυθμοί του ζεϊμπέκικου και του χασάπικου. Δεν θα μπορούσαμε ίσως να ξεφύγουμε από τη γοητεία του γυαλένιου ήχου ενός μπουζουκιού για να κοιτάξουμε το θέμα μας στη ρίζα του κι ακόμη να μείνουμε όσο χρειάζεται ψυχροί κι αντικειμενικοί για μια τέτοια δουλειά.

Αυτό -θα πείτε- μπορεί να γίνει σήμερα; Είναι κάτι που δεν μπορώ να προεξοφλήσω με βεβαιότητα. Όσο νά ΄ναι όμως, η μεγάλη διάδοση που πήρε τα δύο τελευταία χρόνια το ρεμπέτικο, μας αφήνει περιθώριο για μια τέτοια, επικίνδυνα πρώιμη, ομολογώ εργασία.

Το ρεμπέτικο, κι αυτό είναι γεγονός αναμφισβήτητο, έχει πια επιβάλλει τη δύναμή του, λίγο-πολύ σ΄ όλους μας, είτε θετικά, είτε αρνητικά, είτε δηλαδή γιατί το παραδεχόμαστε, είτε όχι, ενώ συγχρόνως βλέπουμε να έχει δημιουργηθεί γύρω του μια επιπόλαιη κατάσταση μόδας, που μας κάνει ν’ αντιδρούμε δικαιολογημένα σ’ αυτήν και ν’ αμφιβάλουμε για τη μελλοντική και ποιοτική εξέλιξη του είδους. (Εδώ πέρα βέβαια παίρνω σαν δεδομένο την ποιοτική του αξία). Και στον τόπο μας καθώς κι έξω, όλα περνούν απ’ αυτήν την περίοδο που ονομάζουμε μόδα. Μήπως απέφυγε κάτι τέτοιο το δημοτικό μας τραγούδι πριν 50 χρόνια, σαν φούντωνε το κίνημα των δημοτικιστών; Κι ακόμη πριν δύο χρόνια, το ίδιο δεν είχε συμβεί με τις λαϊκές εικαστικές τέχνες, όπου ο Θεόφιλος και ο Παναγής Ζωγράφος προβάλλονται στο ίδιο πλάνο με τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα;

Ποιος μπορεί να σταματήσει μια τέτοια κατάσταση, κι ακόμη ποιος μπορεί να μην παραδεχτεί ίσως την αναγκαιότητα αυτήν της περιόδου μόδας -ας την πούμε- ωσότου τα πράγματα κατασταλάξουν κι έλθουν στη φυσική τους θέση; Το ίδιο πρέπει -νομίζω- να περιμένουμε και με τα ρεμπέτικα. Γιατί θά ΄ναι κάπως ανόητο αν νομίσουμε, ότι ο χασάπικος μπορεί ή πάει ν΄αντικαταστήσει το ταγκό. Οι λαϊκοί τούτοι ρυθμοί έχουν κάτι πολύ, περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται για να καλυφθούν οι βραδινές μας διασκεδαστικές ώρες – άσχετα αν αυτός ο χαρακτήρας επιβάλλεται κι επικρατεί στις λαϊκές τάξεις.

Ύστερα για μας θά ΄ναι μεγάλο ψέμα αν ισχυρισθούμε ότι είναι δυνατόν να εκδηλωθούμε μ’ αυτούς τους τόσο γυμνούς κι απέριττους ρυθμούς. Κάτι τέτοιο μόνο για αυτούς, που με κρασί ή με άλλα μέσα, στέλνουν στο διάβολο – που λεν- κάθε κοινωνικό φραγμό και κάθε σύμβαση, έστω και για μια ώρα. Παρατηρώντας όμως μια ιδιότητα αυτών των ρυθμών, ήδη δημιουργείται μέσα μας ένας θαυμασμός για τη δύναμη που περιέχουν και που μας κινεί το ενδιαφέρον να γνωρίσουμε από κοντά τούτη τη δύναμη που από ΄δω και πέρα λες και σαν μαγεία μας φέρνει σ΄ άμεση επαφή με το μελωδικό της στοιχείο. Αυτά όμως όλα κουράζουν σαν δεν τα δεις έξω απ΄ την καθημερινότητά τους. Κάθε απόπειρα που θα κινήσει να φέρει το ρεμπέτικο τραγούδι σε καθημερινή χρήση, και επιπόλαια και καταδικασμένη είναι. Αλλά το ίδιο μήπως δεν συμβαίνει και με την άλλη μουσική, αυτήν που ονομάζουμε σοβαρή; Μπορεί κανείς να φανταστεί ποτές, πως μια βραδιά κεφιού του, είναι δυνατόν να την καλύψει με την Σονάτα 110 του Mπετόβεν; (Δικαιολογημένα τώρα ίσως να σας γεννηθεί απορία για τη σχέση που μπορεί να έχει το ρεμπέτικο με τον Μπετόβεν. Παρ΄ όλο που και αργότερα θα επανέλθω σε παρόμοιους παραλληλισμούς σας προειδοποιώ πως δεν υπάρχει απολύτως καμία σχέση).

Λοιπόν δεν νομίζω, πως ο σνομπισμός αυτός γύρω από το ρεμπέτικο τραγούδι είναι δυνατό να μας σταθεί εμπόδιο, για να κοιτάξουμε προσεκτικά την αξία του και ν΄αγαπήσουμε την αλήθεια και τη δύναμη που περιέχει. Αυτά τα τραγούδια είναι τόσο κοντινά σε μας και σε τέτοιο σημείο δικά μας, που δεν έχoμε νομίζω σήμερα τίποτ΄ άλλο για να ισχυριστούμε το ίδιο.
Μα πριν μπούμε σ΄ ένα αναλυτικότερο κοίταγμα του είδους αυτών των τραγουδιών, ας επιστρέψουμε για χατίρι μου σε μια κοντινή μα περασμένη πια εποχή και να δούμε μαζί εξελικτικά όλη την ποιητική ατμόσφαιρα, που συνθέτουν και δημιουργούν τα ρεμπέτικα, μέσα στην αυστηρή και δικιά τους περιοχή.

Κατοχή. Πάνω σε μια γυμνή και παγωμένη άσφαλτο με μοναδικό φωτισμό την ψυχρή όψη ενός φεγγαριού, προχωράμε μ΄ ένα φίλο. Ένας λεπτός μα διαπεραστικός ήχος μπουζουκιού καθρεφτίζεται -λες- μες στην άσφαλτο και μας ακολουθεί βήμα προς βήμα. Ο φίλος μου προσπαθεί να μου εξηγήσει τη διάθεση φυγής και την έντονη εμμονή σ΄αυτή τη διάθεση που κρατούν οι τέσσερις νότες του περιφερόμενου τότες τραγουδιού «Θα πάω εκεί στην αραπιά». Μάταια προσπαθούσε να μου μεταδώσει τη συγκίνησή του και να μου δείξει μαζί αυτό το αντίκρισμα που υπήρχε αυτής της «διάθεσης φυγής» – καθώς την ονόμαζε στην όλη δημιουργημένη ατμόσφαιρα της πολιτείας των Αθηνών. Του λόγου μου -κάπως δικαιολογημένα βλέπετε με τη μικρή μου τότες ηλικία- του έφερνα όλες μου τις αντιρρήσεις, κουβαλώντας γνωστά επιχειρήματα που ιδιαίτερα σήμερα χρησιμοποιούνται πάρα πολύ από Αθηναίους της ώριμης ηλικίας. Δηλαδή περί αγοραίου, φτηνού και χυδαίου είδους καθώς κι άλλα παρόμοια. Αυτός όμως επέμενε τονίζοντας την κάθε λέξη του σύμφωνα με το ρυθμό «Θα πάω εκεί στην αραπιά», θέλοντας ίσως να μου δώσει και μια ρυθμική επαλήθευση των όσων έλεγε πάνω στο τραγούδι.

Αργότερα ο ίδιος φίλος, στον ίδιο δρόμο, μου μιλούσε για κάτι καινούργιο. Μα τώρα ήταν καλοκαίρι και η άσφαλτος μύριζε. Το ίδιο σκοτάδι, μα η κάψα έλιωνε τις φωνές και τις έφτιαχνε μόνιμους ίσκιους στα σπίτια. Υπήρχε γύρω μας κάτι ρευστό. Μια καινούργια ρεμπέτικη κραυγή -καινούργια για μένα βέβαια- κυλούσε μ’ ένταση ανάμεσα στα στενά και βρώμικα πεζοδρόμια του Πειραιά και της Αθήνας. Ακούγαμε την πρώτη στροφή που έλεγε «Κουράστηκα για να σ΄ αποκτήσω αρχόντισσά μου μάγισσα τρανή». Κι ο φίλος μου εξηγούσε θίγοντας όλο τον ανικανοποίητο ερωτισμό που έπνιγε την ατμόσφαιρα. Ακόμα, προσπαθούσε να μου εξηγήσει το τραγικό στοιχείο του τραγουδιού που ερχόταν αντιμέτωπο σε μια εποχή που μόνο συνθήματα κυκλοφορούσαν τρέχοντας. Αργότερα πολύ, θά ΄βλεπα πόσην αλήθεια είχαν τα λόγια του, γιατί τότες ακόμη έπαιζα με τις πραγματικές αξίες ανυποψίαστος.

Περνούν μερικά χρόνια, πού η πυκνότητα της έντασης που περιείχαν τα έκαμε απέραντα. Πολλά συνέβησαν και συμβαίνουν στο μεταξύ. Έρχεται η απελευθέρωση και τινάζομε από πάνω μας τους Γερμανούς με την κατοχή τους. Παράλληλα η γενιά μου μεγαλώνει κατά πολλά χρόνια, έχοντας ξωπίσω της μια πολύ ισχυρή δοκιμασία. Και το ρεμπέτικο, αφού παίζει με πολύ και πηγαίο χιούμορ, σε ορισμένα διαλείμματα, γύρω από δραματικές περιπτώσεις μπαίνει με μεγαλύτερο άγχος μες στα βασικά και μεγάλα του θέματα: του έρωτα και της φυγής.

Ένας ανικανοποίητος έρωτας που ξεκινάει από την πιο κυνική στάση και φτάνει με μια πρωτόγονη ένταση μέχρι τα πλατειά χριστιανικά όρια της αγάπης και μια φυγή που επιβάλλεται νοσηρά -θά ΄λεγα- από αδυναμία, μια που οι συνθήκες παραμένουν το ίδιο σκληρές σα μέταλλο στον άνθρωπο που κινάει για ν΄ αγαπήσει μ’ όλη του τη δύναμη κι όσο μπορεί περισσότερο.

Αυτή παραμένει βασικά η θεματολογία του ρεμπέτικου μέχρι τα σήμερα. Κι όσο αφελείς κι αν μας φαίνονται οι καταστάσεις αυτές καθ΄ εαυτές, δεν μπορούμε να αρνηθούμε στους εαυτούς μας τουλάχιστον, πως ο νοσηρός ερωτισμός που σκορπίζεται απ΄ τους ήχους ενός μακρόσυρτου ζεϊμπέκικου, δεν κυκλοφορεί κι ανάμεσά μας έστω και με διάφορα πολύπλοκα σχήματα, έστω ακόμα κι αν ξεκινάει από χίλιες διάφορες αιτίες.

Κι ερχόμαστε σε μια από τις πιο βασικές κατηγορίες που προβάλλουν «οι υγιείς ηθικολόγοι» για το ρεμπέτικο. «Είναι αρρωστημένο» λεν μ’ αυστηρότητα, «ενώ το δημοτικό τραγούδι, γεμάτο υγεία και λεβεντιά» και κινούν το κεφάλι με σημασία, ενώ είμαι βέβαιος πως το δημοτικό μας τραγούδι τους είναι το ίδιο οχληρό όπως και το ρεμπέτικο, με τη διαφορά πως δεν τολμούν να ομολογήσουν ότι δεν τους αρέσει. Είναι σαν να βγουν και να πουν ότι δεν τους αρέσει ο Σαίξπηρ -για παράδειγμα- ή κάτι παρόμοιο. Ανέχονται το δημοτικό όχι όμως και το ρεμπέτικο. Το τελευταίο είναι κάτι που κυκλοφορεί ανάμεσά τους και μπορούν να το πετάξουν -έτσι φαντάζονται- επειδή δεν έχει κρεμαστεί ακόμη με χρυσές κορνίζες. Ίσως ξεχνάν ότι τα χρόνια μας δεν έχουν τίποτε κοινό με τα χρόνια της κλεφτουριάς, άσχετα αν οι ηρωικές πράξεις του στρατού μας τοποθετούνται δίκαια από την ιστορία πλάι στους Καραϊσκάκηδες και τους Κολοκοτρωναίους. Οι κύριοι αυτοί αγνοούν την εποχή μας καθώς και το ότι ένα λαϊκό τραγούδι καθρεφτίζει με μοναδική ένταση όχι μόνο μια τάξη ή μια κατηγορία ανθρώπων μα τις επιδράσεις μιας ολάκερης εποχής σε μια φυλή, σ΄ ένα έθνος μαζί με τις διαμορφωμένες τοπικές συνθήκες.

Η εποχή μας δεν είναι ούτε ηρωική ούτε επική και το τελείωμα του Δεύτερου παγκοσμίου πολέμου άφησε σχεδόν όλα τα προβλήματα άλυτα και μετέωρα. Τα μετέωρα αυτά προβλήματα δημιουργούν περιφερόμενα ερωτηματικά που δεν περιορίζονται φυσικά μόνο στον τομέα της πολιτικής και της κοινωνιολογίας μα εξαπλώνονται με την ίδια δύναμη και στη φιλοσοφία και την τέχνη, ακόμη και στην πιο καθημερινή στιγμή τ΄ ανθρώπου. Ο τόπος μας επιπλέον εξακολουθεί, σχεδόν δίχως διακοπή, ένα πόλεμο με επιμονή και με πίστη για την τελική νίκη, μα πάντα και ιδιαίτερα σήμερα, κοπιαστικό και οδυνηρό. Σκεφθείτε τώρα κάτω απ΄ αυτές τις αδυσώπητες συνθήκες την παρθενική ψυχικότητα του λαού μας – παρθενική, γιατί τα εκατό χρόνια μόνον ελεύθερης ζωής δεν ήσαν ικανά ούτε να την ωριμάσουν ούτε και ν΄ αφήσουν περιθώριο για να ριζωθούν τα τελευταία ευρωπαϊκά ρεύματα.

Φανταστείτε λοιπόν αυτή τη στοιβαγμένη ζωτικότητα και ωραιότητα συνάμα ενός λαού σαν του δικού μας, να ζητά διέξοδο, έκφραση, επαφή με τον έξω κόσμο και να αντιμετωπίζει όλα αυτά που αναφέραμε πιο πάνω σαν κύρια γνωρίσματα της εποχής, κι ακόμη τις ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες του τόπου μας. Η ζωτικότητα καίγεται, η ψυχικότητα αρρωσταίνει, η ωραιότητα παραμένει. Αυτό είναι το ρεμπέτικο. Κι από ΄δω πηγάζει η θεματολογία του.

Eπαναλαμβάνω – ένας ανικανοποίητος μα έντονος ερωτισμός που ακριβώς η ένταση του αυτή του προσδίδει έναν πανανθρώπινο χαρακτήρα και μια επιτακτική διάθεση φυγής από την πραγματικότητα με οιονδήποτε τεχνικόν μέσον, όπως είναι το χασίσι και τ΄ άλλα ναρκωτικά, που η χρησιμοποίησή του δείχνει την παθητικότητα της τάξης που το μεταχειρίζεται.

Καταλαβαίνετε βέβαια τώρα πως το αρρωστημένο στοιχείο του σημερινού μας λαϊκού τραγουδιού, δεν έχει σαν αιτία ένα υπερβολικό ωρίμασμα ζωής – καθώς η μεσοπολεμική ντεκαντέντσα με κέντρο τη Γαλλία -και γι ΄αυτό δεν αποτελεί κάτι το σάπιο, μα προέρχεται καθαρά από μια στοιβαγμένη ζωική δύναμη που ασφυκτιά δίχως διέξοδο, δίχως επαφή, από μιαν υπερβολική υγεία- θά λεγε κανείς. Πάντως το αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις είναι μια παρακμή. Σημαντική όμως η διαφορά ανάμεσά τους. Η μια κινά απ’ τη ζωή, η άλλη από το θάνατο.

Το να θέλει λοιπόν κανείς ν΄ αγνοήσει την πραγματικότητα και μάλιστα του τόπου του, μόνον κακό του κεφαλιού του μπορεί να κάμει. Τα χρόνια μας είναι δύσκολα και το λαϊκό μας τραγούδι, που δεν φτιάχνεται από ανθρώπους της φούγκας και του κοντραπούντο ώστε να νοιάζεται για εξυγιάνσεις και για πρόχειρα φτιασιδώματα υγείας τραγουδάει την αλήθεια και μόνον την αλήθεια.

Τώρα πολλοί μπορούν να πουν αυτά περίπου: «Καλά. Όσα είπες είναι σωστά και τα παραδεχόμαστε. Μα τι μας πείθει ότι το ρεμπέτικο είναι η σημερινή μας λαϊκή έκφραση καθώς λες και που σαν τέτοια βέβαια πρέπει να συνδέεται με την παράδοση του δημοτικού τραγουδιού και του βυζαντινού μέλους, κι όχι ένα τραγούδι μιας ορισμένης κατηγορίας ανθρώπων που εκφράζει την προσωπικήν της κατάσταση;»

Το ερώτημα τούτο ασφαλώς σε πολλούς θα γεννηθεί, αν και προηγουμένως μίλησα όσο μπορούσα σαφέστερα, για την άμεση σχέση του ρεμπέτικου με το πλατύ μάλιστα σήμερα, και του τόπου και τhς εποχής μας. Aυτόματα επίσης καταρρέει και το επιχείρημα, ότι αποτελεί έκφραση προσωπικών καταστάσεων. Μένει λοιπόν να εξετάσουμε το ελληνικόν του είδος. Αν και κατά πόσον συνδέεται με τη λαϊκή μας παράδοση και ποια είναι τα στοιχεία που αντλεί απ΄ αυτήν.
Για να προχωρήσουμε και να μπορέσουμε να δούμε μαζί ό,τι συνδετικό στοιχείο υπάρχει, θα το εξετάσουμε από δυο ξεχωριστές πλευρές, πρώτα από τη μορφική του πλευρά κι ύστερα απ΄ το ύφος του.

Το ρεμπέτικο κατορθώνει με μια θαυμαστή ενότητα, να συνδυάζει το λόγο, τη μουσική και την κίνηση. Απ΄ τη σύνθεση μέχρι την εκτέλεση, μ’ ένστικτο δημιoυργούνται οι προϋποθέσεις για τnν τριπλή αυτή εκφραστική συνύπαρξη, που ορισμένες φορές σαν φτάνει τα όρια της τελειότητας θυμίζει μορφολογικά την αρχαία τραγωδία. Ο συνθέτης της μουσικής είναι συγχρόνως και ο ποιητής καθώς και ο εκτελεστής. Βασικά του όργανα είναι τα μπουζούκια -μεγάλο μαντολίνο τουρκικής μάλλον προελεύσεως- κι ο μπαγλαμάς -παραλλαγή της κρητικής λύρας και της συγγενικής νησιώτικης, πιο μικροσκοπικής απ΄ αυτήν και κρουστές με πέννα. Η σύνθεση του τραγουδιού βασίζεται βέβαια πάνω στη χορευτική κίνηση, με τρεις χαρακτηριστικούς ρυθμούς, τον ζεϊμπέκικο, τον χασάπικο και τον σέρβικο (ο τελευταίος έχει ολιγότερη χρήση).

Ο ζεϊμπέκικος σε ρυθμό 9/8 είναι ο βασικότερος ρυθμός της ρεμπέτικης μουσικής. Προήλθε ασφαλώς απ΄ τα χορευτικά 9/8 των Κυκλάδων και του Πόντου, πού εδώ όμως έχει χάσει ολότελα τη ρυθμική του αγωγή κι έχει γίνει αργός, βαρύς, μακρόσυρτός και περιεκτικότερος. Χορεύεται από έναν μόνο χορευτή και επιδέχεται αφάνταστη ποικιλία αυτοσχεδιασμού με μόνο δεδομένο την αίσθηση του ρυθμού. Ο καλός χορευτής στο ζεϊμπέκικο θα ΄ναι εκείνος που θα διαθέτει τη μεγαλύτερη φαντασία και την κατάλληλη πλαστικότητα ώστε να μην αφήσει ούτε μια νότα μπουζουκιού που να μην τη δώσει με μια αντίστοιχη κίνηση του σώματός του. Σα χορός είναι ο δυσκoλότερoς και ο δραματικότερος σε περιεχόμενο.

Ο χασάπικος βασίζεται πάνω στο ρυθμό 4/4 κι ο τρόπος που χορεύεται -δυο χορευτές συνήθως, αλλά και τρεις και τέσσερις πολλές φορές- έρχεται σα μια προέκταση του δημοτικού χορευτικού τρόπου, με μιά κάποια ευρωπαϊκή επίδραση. Δεν ξέρω γιατί, μα πολλές φορές μου θυμίζει -πολύ μακριά όμως- τη γαλλική java.

Ο σέρβικος που κι η ονομασία του δείχνει την προέλευσή του, είναι ένας γρήγορος ρυθμός και παρουσιάζει ελάχιστο ενδιαφέρoν κι αυτό απ’ τη μεριά της δεξιοτεχνίας και μόνο των εκτελεστών και του χορευτή. Χρησιμοποιείται πάρα πολύ λίγο· παραμένει μ’ ένα ματαιόδοξο περιεχόμενo να φαντάξει, μια που ικανοποιεί μόνoν το επιδεικτικό μέρoς των ποδιών κάποιου χορευτή.

Ο ζεϊμπέκικος είναι ο πιο καθαρός, συγχρόνως ελληνικός ρυθμός. Ο δε χασάπικος έχει αφομοιώσει μιά καθαρή ελληνική ιδιομορφία. Πάνω σ΄ αυτούς τους ρυθμούς χτίζεται το ρεμπέτικο τραγούδι, του οποίου παρατηρώντας τη μελωδική γραμμή, διακρίνομε καθαρά απάνω την επίδραση ή καλύτερα την προέκταση του βυζαντινού μέλους. Όχι μόνο εξετάζοντας τις κλίμακες που από το ένστιχτο των λαϊκών μουσικών διατηρούνται αναλλοίωτες, μ’ ακόμη, παρατηρώντας τις πτώσεις, τα διαστήματα και τον τρόπο εκτέλεσης. Όλα φανερώνουν την πηγή, πού δεν είναι άλλη απ΄ την αυστηρή κι απέριττη εκκλησιαστική υμνωδία. Όχι πως το δημοτικό τραγούδι δεν έχει κι αυτό στοιχεία διοχετευμένα στο ρεμπέτικο. Μα πολύ λιγότερα. H παρουσία του είναι έντονη, ιδιαίτερα στο ελαφρότερο είδος που περισσότερο το χαρακτηρίζει μιά χάρη και μιά νnσιώτικη ελαφράδα. Παράδειγμα φέρνω, αν θυμάστε, κάπως παλιότερα το «Πάρτη βάρκα στο λιμάνι – κάτω στο Πασαλιμάνι» καθώς και το γνωστότατο «Ανδρέα Zέππo». Και τα δυό έχουν πολύ έντονα πάνω τους τη σφραγίδα του δημοτικού μας τραγουδιού. Μα για να εξηγήσουμε τη βασική αυτή προέκταση του βυζαντινoύ μέλους στο ρεμπέτικο, αρκεί να δούμε πόσο κοινή ατμόσφαιρα δημιουργούσε η παρακμή του Βυζαντίου με τη δικιά μας σήμερα.

Ατμόσφαιρα το ίδιο καταπιεστική, το ίδιο ασαφής, άσχετα αν στα χρόνια εκείνα προερχόταν από ένα λαθεμένο ξόδεμα θρησκευτικού συναισθήματος. Έτσι τα εκφραστικά στοιχεία του έτoιμόρoπoυ Βυζαντίου με την άμεση παθητικότητά τους βρίσκουν οικεία ατμόσφαιρα μες στο ρεμπέτικο -το σύγχρονο λαϊκό μέλος- για ν’ αναπτυχθούν και να συνθέσουν τη σημερινή εκφραστική μορφή μιας το ίδιο έντονης παθnτικότητας.

Το δημοτικό τραγούδι και τα υγιή του εκφραστικά στοιχεία έχουν τη θέση μόνον μιας πιο άμεσης κληρονομιάς. Για τα 80% της ρεμπέτικης μουσικής, τίποτες παραπάνω.

Εξετάζοντας τώρα το ύφος του τραγουδιού βρίσκομε ευθύς εξ΄ αρχής το βασικό εκείνο χαρακτήρα του συγκρατημένoυ, που μόνο επειδή είναι γνήσια ελληνικό, μπορεί και το κρατεί με τόση συνέπεια. Και στη μελωδία και στα λόγια και στο χορό, δεν υπάρχει κανένα ξέσπασμα, καμιά σπασμωδικότητα, καμιά νευρικότητα. Δεν υπάρχει πάθος. Υπάρχει ή ζωή με την πιο πλατειά έννοια. Όλα δίνονται λιτά, απέριττα με μιά εσωτερική δύναμη που πολλές φορές συγκλονίζει. Μήπως αυτό δεν είναι το κύριο και μεγάλο στοιχείο που χαρακτηρίζει την ελληνική φυλή; Και ακόμα ολάκερο το λαμπρό μεγαλείο της αρχαίας τραγωδίας και όλων των αρχαίων μνημείων, δεν βασίζεται πάνω στην καθαρότητα, στη λιτή γραμμή και προπαντός στο απέραντο αυτό sostenuto που, προϋποθέτει δύναμη, συνείδηση και πραγματικό περιεχόμενo; Ποιά από τις καλές τέχνες στον τόπο μας σήμερα μπορεί να περηφανευτεί ότι κράτησε τη βασική αυτή ελληνικότητα -τη μοναδική άξια κληρoνoμιά που έχουμε πραγματικά στα χέρια μας- για τη σύνθεσή της. Ποιά μουσική μας μπορεί να ισχυριστεί σήμερα ότι βρίσκεται πέρα απ΄ το βυζαντινό μέλος, πέρα απ΄ το δnμοτικό τραγούδι και στη χειρότερη περίπτωσn πέρ’ απ΄τις σπασμένες αρχαίες κολώνες του Παρθενώνος και του Ερεχθείου, ότι βρίσκεται εκεί που όλα αυτά βρεθήκανε στην εποχή τους;

Το ρεμπέτικο τραγούδι είναι γνήσια ελληνικό, μοναδικά ελληνικό.

Eπιτρέψατέ μου τώρα να σάς παρουσιάσω δυό από τους πιο γνήσιους και πιο δημοφιλείς εκπροσώπους της σύγχρονης έλλnνικης λαϊκής μουσικής· τον Μάρκο Bαμβακάρη και τη Σωτηρία Μπέλλου με το συγκρότημά της. (Είσοδος)
Οι λαμπροί αυτοί μουσικοί στο είδος τους προσεφέρθηκαν ευγενώς να παίξουν απόψε πέντε χαρακτηριστικά ρεμπέτικα τραγούδια για να μπορέσουμε έτσι να πάρουμε μια συγκεκριμένη ιδέα όλων αυτών που είπαμε πιο πάνω. Θ’ αρχίσουν μ’ ένα τραγούδι που έχει συνθέσει ο Μάρκος Bαμβακάρης πάνω στο ρυθμό του χασάπικου και με τον τίτλο «Φραγκοσυριανή κυρά μου» (τραγούδι).

Το δεύτερο τραγούδι που θα ακούσετε είναι πάλι σύνθεση του Μάρκου Βαμβακάρn σε ρυθμό ζεϊμπέκικου «Εγώ είμαι το θύμα σου» (τραγούδι).
Το τρίτο είναι σύνθεση της Σωτηρίας Μπέλλου (ζεϊμπέκικo) «Σταμάτησε μανούλα μου να δέρνεσαι για μένα». Από τα πιο χαρακτηριστικά στο είδος του. (τραγούδι)
Το τέταρτο, σύνθεση Tσιτσάνη, σε ρυθμό χασάπικου «Πάμε τσάρκα στο Μπαξέ τσιφλίκι».

Με την ευκαιρία τώρα που θ΄ ακούσουμε το γνωστότατο «Άνοιξε – άνοιξε» του Παπαϊωάννου θα ΄θελα να ΄λεγα λίγα λόγια για τη σημασία του και το σταθμό που φέρνει στη ρεμπέτικη φιλολογία του τραγουδιού, ζητώντας βέβαια πρώτα συγγνώμη απ΄ τους αγαπητούς μουσικούς για τη μικρή αυτή παρεμβολή.

Λίγο πριν απ΄ τον πόλεμο του ’40 ο Tσιτσάνης τραγούδησε για πρώτη φορά το «Αρχόντισσα μου μάγισσα τρανή- κουράστηκα για να σε αποκτήσω». Ήταν ένας μεγαλοφυής σχεδιασμός -μπορώ να πω- πάνω στο ερωτικό θέμα, που η δύναμή του και η αλήθεια του μας φέρνει κοντά στον «Ερωτόκριτο» του Κορνάρου και μετά από εκατοντάδες χρόνια κοντά στο «Ματωμέvο Γάμο» του Λόρκα. Η μελωδική του γραμμή αφάνταστη σε περιεκτικότητα και σε λιτότητα πλησιάζει τον Μπαχ. Αυτό το τραγούδι ορθώθηκε για να αντιμετωπίσει μια τυραννισμένη και δύσκολη εποχή και στάθηκε η πρώτη δυνατή φωνή μιας γενιάς.

Πριν δυό χρόνια ο ίδιος ο Τσιτσάνης τραγούδησε για πρώτη φορά πάλι αυτούς τους στίχους «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι – το σκοτάδι είναι βαθύ – κι όμως ένα παλικάρι δεν μπορεί να κοιμηθεί», ο ερωτισμός προχωράει και θίγει ακέραια το ανικανοποίητο, δίδοντας μια τόσο λεπτή μα τόσο έντονη αίσθηση μιας βαριάς ατμόσφαιρας, λες και προμηνούσε ένα άγχος, μια καταιγίδα. Φέτος -ο Παπαϊωάννου αυτή τη φορά- μας δίνει ολάκερο αυτό το άγχος με μια δυνατή κραυγή πια- η μοναδική μες στα ρεμπέτικα, και γι΄ αυτό τόσο αληθινή με το «Άνοιξε – άνοιξε». Δεν ξέρω, αλλά σ΄ αυτά τα τρία τραγούδια υπάρχει ένας συνδετικός κρίκος που δίνει ξεκάθαρα και μοναδικά το τραγικό στην ερωτική μας περιοχή. «Άνοιξε» (τραγούδι).

Θα μπορούσα ακόμα να μιλήσω για τις ταβέρνες και το κέντρον διασκεδάσεως «ο Μάριος» καθώς και για τον «Παναγάκη» κοντά στον Αϊ-Παντελεήμονα όπου κάθε βράδυ ο Bαμβακάρης και η Μπέλλου λειτουργούν πάνω στην τέχνη τους. Θα μπορούσα να μιλήσω και για βροχερές νύχτες όπου με λάμπες του πετρόλαδου φωτίζονταν οι σκιές ενός πλήθους που όλοι μαζί τραγουδούσαν ήρεμα, λες και πιστεύανε στην αιωνιότητα. Ακόμη θα μιλoύσα για το χορό του κομπολογιού όπου ένα παλικάρι μ΄ ένα γαρύφαλo στο στόμα γίνεται ένα μικρό κουβάρι γύρω απ΄ το κεχριμπαρένιο λαμπρό κομπολόι – θα μπορούσα να ΄λεγα τόσα πολλά που να μην έφταναν ώρες ολάκερες να μιλάω λες κι είμαι μoναχός μου.

Μα όλα αυτά είναι μια γοητεία.
Ακούσατε με τι ψυχρότητα και αυστηρότητα ειπώθηκαν αυτά τα πέντε τραγούδια. Ο ρυθμός δεν ξέφυγε ούτε πιθαμή για να τονίσει κάτι πιο έντονα, οι φωνές ίσιες, μονοκόμματες λες και τα λόγια δεν είχαν συγκίνηση. Έτσι είναι. Τίποτες που να σε προκαλέσει να τα προσέξεις, να τα ξεχωρίσεις. Πρέπει να ξελαφρώσεις μέσα σου για να δεχτείς τη δύναμή τους. Αλλιώς τα χάνεις γιατί αυτά δεν σε περιμένουν.

Έτσι κι εμείς.
Κάποτες θα κοπάσει η φασαρία γύρω τους κι αυτά θα συνεχίσουν ανενόχλητα το δρόμο τους. Ποιος ξέρει τι καινούργια ζωή μας επιφυλάσσουν τα «νωχελικά 9/8» για το μέλλον. Όμως εμείς θα ’χουμε πια για καλά νοιώσει στο μεταξύ τη δύναμή τους. Και θα τα βλέπουμε πολύ φυσικά και σωστά να υψώνoυν τη φωνή τους στον άμεσο περίγυρό μας και να ζουν πότε για να μας ερμηνεύουν και πότε για να μας συνειδητοποιούν το βαθύτερο εαυτό μας.
Μάνος Χατζιδάκις

(Το κείμενο της διάλεξης βρέθηκε από τον Θάνο Φωσκαρίνη στο αρχείο του Φοίβου Ανωγειανάκη και της Έλλης Νικολαίδου)







Πριν τη λευκή σελίδα Ο "Ματωμένος γάμος" του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

Γράφει: Αλέξανδρος Στεργιόπουλος Λογοτεχνία + ΠοίησηΠριν τη λευκή σελίδα - 12/06/2014

Τι υπάρχει στο «πριν» κάθε συγγραφέα, κάθε ποιητή; Σαν αναγνώστες βρισκόμαστε πάντα στο «μετά», στη στιγμή που «περπατάει» το έργο του κάθε λογοτέχνη. Τη στιγμή που κατεβάζουμε το βιβλίο από το ράφι και το ξεσκονίζουμε, ο δημιουργός «ξεσκονίζει» τις σκέψεις του, τις προσλαμβάνουσες και τα ερεθίσματα που θα οδηγήσουν το χέρι του στο χαρτί για να γράψει κάτι καινούριο. Η διαδικασία ίσως είναι επίπονη και κοπιαστική πνευματικά για τον ίδιο, όμως θέλουμε να συμμετάσχουμε. Το διάβασμα είναι απόλαυση, αλλά τι ήταν αυτό που άναψε τη σπίθα για να πάρει φωτιά η πένα και να «ζωντανέψει» η λευκή σελίδα; Ποια ήταν η αφορμή για να «γεννηθούν» τα μεγάλα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας; Ψάχνουμε, βρίσκουμε και απαντάμε.

Πώς «γεννήθηκε» ο «Ματωμένος γάμος» του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα
Ο χρόνος είναι ο παντοτινός ταξιδιώτης. Κουβαλά μια βαλίτσα που χωρά τις σκέψεις, τις συνήθειες, τα ήθη, τα έθιμα και τις παραδόσεις κάθε λαού. Δεν αφήνει τίποτα πίσω ή καλύτερα επιλέγει τι θα αφήσει. Κάποια πράγματα έχουν δεθεί με ατσάλινη κλωστή πάνω του και μόνιμα τον βαραίνουν. Η τιμή της οικογένειας είναι ένα απ’ αυτά και δεν έχει αλλοιωθεί καθόλου στο πέρασμα του χρόνου. Πάνω απ’ όλα μετράει η αξιοπρέπεια που έχουν ορίσει οι κοινωνικές-πολιτικές συνθήκες του παρελθόντος. Όταν κάποιος/οι κινούνται εκτός πλαισίου, έρχεται τιμωρία. Προς πάσα κατεύθυνση. Η «δικαιοσύνη» βάφεται κόκκινη από το αίμα, μαζί και η τιμή. Αλλά δε μας νοιάζει, η στιγμιαία ικανοποίηση των ζωωδών ενστίκτων μας είναι πάνω απ’ όλους κι όλα.
Σήμερα εξετάζουμε τον «Ματωμένο γάμο» του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Ο Ισπανός ποιητής και θεατρικός συγγραφέας έγραψε ένα έργο που δε φαντάζει καθόλου ξένο στις μέρες μας. Ειδικά στη χώρα μας είναι πολύ οικείο γιατί έχουμε να κάνουμε μ’ ένα «δράμα τιμής».
bodas2Η αγροτική γη έσπειρε κι αυτός θέρισε
Το έργο είναι βασισμένο σε αληθινή ιστορία. Σε ιστορία που κυριαρχούν πανανθρώπινα στοιχεία, κοινά σε όλους. Συστατικά ενός παγκόσμιου γενετικού κώδικα. Η αγάπη, ο πόθος, η προδοσία εντοπίζονται από τον Ισπανό δημιουργό στην κοινωνική επικαιρότητα της εποχής του. Ο Λόρκα εμπνεύστηκε το «Ματωμένο γάμο» αφού είχε διαβάσει σε δημοσίευμα εφημερίδας ότι νεαρή νύφη στην Ανδαλουσία εγκατέλειψε τον άνδρα που θα παντρευόταν ανήμερα του γάμου της, για να βρει και να φύγει με τον παιδικό της έρωτα. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Ο ίδιος ο συγγραφέας, όπως ανακαλύψαμε στο «vivamadness.blogspot.com», είχε πει:
«Αγαπώ τη γη. Νιώθω δεμένος μαζί της σε όλα μου τα συναισθήματα. Οι πιο μακρινές αναμνήσεις της παιδικής μου ηλικίας έχουν τη γεύση της γης. Η γη, ο κάμπος, έχουν κάνει μεγάλα πράγματα στη ζωή μου. Τα ζωύφια της γης, τα ζώα, οι αγρότες, κρύβουν μυστικά που φτάνουν σε πολύ λίγους. Εγώ τα συλλαμβάνω τώρα με το ίδιο πνεύμα όπως και στα παιδικά μου χρόνια… Χωρίς ετούτη την αγάπη που έχω για τη γη δεν θα είχα καταφέρει να γράψω για το Ματωμένο Γάμο…»
Στην ουσία ο Λόρκα έψαχνε αφορμή για να εντάξει την είδηση που διάβασε, στο περιβάλλον που μεγάλωσε. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο ποιητής είχε πατέρα αγρότη και είχε γεννηθεί σε μια μικρή αγροτική πόλη της Ανδαλουσίας, γι’ αυτό δεν είναι έκπληξη ότι ο ισπανικός κάμπος είναι το πεδίο δράσης. Παράλληλα, στην πρώτη πράξη, σκηνή τρία, όταν η Μάνα και ο Γαμπρός βρίσκονται στο σπίτι της Νύφης για να γνωρίσουν τον Πατέρα της, αναπτύσσεται ο ακόλουθος διάλογος.
ΓΑΜΠΡΟΣ
Ναι, αλλά εδώ είναι καλή η γη.
ΜΑΝΑ
Δεν λέω. Αλλά, ερημιά. Τέσσερις ώρες να ’ρθουμε και δεν είδαμε ούτε ένα σπίτι, ούτε δέντρο.
ΓΑΜΠΡΟΣ
Ξερότοπος.
 ΜΑΝΑ
Αν το είχε ο πατέρας σου, θα το είχε γεμίσει δέντρα.
 ΓΑΜΠΡΟΣ
Με τι νερό;
 ΜΑΝΑ
Θά ’σκαβε και θά ’βρισκε. Τρία χρόνια που μείναμε παντρεμένοι, φύτεψε δέκα κερασιές, (θυμάται) τις τρεις καρυδιές του μύλου, ένα ολόκληρο αμπέλι κι εκείνο το φυτό με το παράξενο όνομα και τα κόκκινα ανθάκια-εκείνο που ξεράθηκε.
 Ενδόμυχα πάντως θα ήθελε να αναπτύξει μια τέτοια ιστορία στο παραδοσιακά συντηρητικό αγροτικό πλέγμα. Ο ίδιος ήταν ομοφυλόφιλος και ίσως ήθελε μ’ αυτό το έργο να δείξει σε τι πνιγηρό περιβάλλον ζούσε στην Ανδαλουσία.
Το αίμα εξαγνίζει
Ο «Ματωμένος Γάμος» είναι έργο δυνατό, καινοτόμο και πάντα επίκαιρο. Γιατί; Διότι η αυτοδικία, η εκδίκηση, η βεντέτα χρησιμοποιούνται και στις μέρες μας για να αποκατασταθεί το πληγωμένο γόητρο και κυρίως (όπως αναφέραμε στην αρχή) η τιμή και η αξιοπρέπεια της οικογένειας. Το θυμικό θολώνει και το αίμα λειτουργεί εξαγνιστικά και λυτρωτικά για τους συγγενείς του θύματος.
Ο Λεονάρντο, πρώην αρραβωνιαστικός της Νύφης, είναι συγγενής των Φελίξ που σκότωσαν τον άνδρα και τον μεγαλύτερο γιο της Μάνας. Όταν ο Γαμπρός μαθαίνει ότι η Νύφη έφυγε με τον Λεονάτρο, εξοργίζεται και θέλει να τον σκοτώσει. Τελικά, το αίμα «πνίγει» και τους δυο. Ύστερα, μόνο θρήνος και οιμωγές.
ΜΑΝΑ
Γειτόνισσες
Μ’ ένα μαχαίρι, ένα πολύ μικρό μαχαίρι
μια μέρα που ήτανε γραφτό
ανάμεσα στις δυο και στις τρεις τη νύχτα
δυο άντρες σκοτώθηκαν για την ίδια αγάπη.
 Μήπως η ιστορία δε μας θυμίζει κάτι; Ο Κώστας Τσιάνος όταν ανέβασε το έργο για το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης είχε πει: Τα ήθη και τα έθιμα της ιβηρικής χερσονήσου έχουν σχέση με αυτά της Κρήτης. Η βεντέτα είναι έθιμο και των δύο λαών.
 Δε θα μπορούσαμε να μην αναφέρουμε ότι το έργο παρουσιάστηκε στην Ελλάδα για πρώτη φορά στις 8 Απριλίου 1948 από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν. Η μετάφραση έγινε από τον Νίκο Γκάτσο, τα σκηνικά ήταν του Γιάννη Τσαρούχη, η μουσική και τα τραγούδια του μέγιστου Μάνου Χατζιδάκι. Τους κεντρικούς ρόλους ερμήνευσαν οι Βάσω Μεταξά, Έλλη Λαμπέτη και Βασίλης Διαμαντόπουλος.
Ο Χατζιδάκις έλεγε για τη μουσική που έγραψε: Όπως ο Γκάτσος θέλησε να μεταφυτέψει τις ισπανικές προσωδίες στους λαϊκούς ποιητικούς ρυθμούς της γλώσσας μας, έτσι κι εγώ προσπάθησα να προεκτείνω τους ρυθμούς αυτούς στις παντοτινές πηγές της νεοελληνικής ευαισθησίας.
πηγή:ΤοΠεριοδικό

25 Αριστουργήματα του Σοβιετικού κινηματογράφου και σπάνια ντοκιμαντέρ για τον Λένιν



147 Χρόνια από τη γέννηση του Β. Ι. ΛΕΝΙΝ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ
στο STUDIO new star art cinema
 

«25 Αριστουργήματα του Σοβιετικού κινηματογράφου και σπάνια ντοκιμαντέρ για τον Λένιν»
«Εμείς αρχίσαμε... ο δρόμος χαράχτηκε...»!
« Για μας ο κινηματογράφος είναι η σημαντικότερη από όλες τις τέχνες»
«Μόνο όποιος πιστεύει στο λαό, όποιος βαπτιστεί στην πηγή της ζωντανής λαϊκής δημιουργίας, μόνο αυτός θα νικήσει και θα κρατήσει την εξουσία». Λένιν
«Ο Λένιν και τώρα είναι πιο ζωντανός από όλους τους ζωντανούς. Γνώση μας δύναμη και όπλο» Β.Μαγιακόφσκι


Από 20 έως 26 Απριλίου,θα πραγματοποιηθεί φεστιβάλ κινηματογράφου από τη NEW STAR για τη ζωή και την πορεία του ηγέτη της Ρωσικής επανάστασης στον κινηματογράφο STUDIO new star art cinema. Στο αφιέρωμα θα προβληθούν 25 αριστουργήματα του Σοβιετικού κινηματογράφου και σπάνια ντοκιμαντέρ για τον Λένιν .
Η έβδομη τέχνη τον τίμησε με τη δημιουργία αξιόλογων ταινιών μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ προβάλλοντας τη ζωή και το έργο του Λένιν καταγεγραμμένο μέσα από τον κινηματογραφικό φακό διάσημων σκηνοθετών αναδεικνύοντας την μεγάλη προσωπικότητά του.
Ανάμεσα στα αριστουργήματα θα δούμε ταινίες μερικών σπουδαίων σκηνοθετών όπως οι:
Βερτόφ, Αϊζενστάιν, Ρομ, Πουντόβκιν, Ντοβζένκο οι οποίοι συνέβαλλαν σημαντικά στην εξέλιξη της κινηματογραφικής τέχνης στην Σοβιετική Ένωση μετά την Επανάσταση. Στο φεστιβάλ θα έχουμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε συναρπαστικές στιγμές από τη ζωή του Λένιν, αυτής της μεγάλης ιστορικής προσωπικότητας του 20ου αιώνα, που άλλαξε τον παγκόσμιο χάρτη. Θα μάθουμε για τα παιδικά χρόνια του Λένιν, τις σπουδές του, τον επαναστατικό αγώνα και τον θάνατό του το 1924.
Με σπάνια ιστορικά ντοκουμέντα και φωτογραφίες από το κεντρικό αρχείο του Κρατικού Κέντρου Κινηματογραφίας και Ραδιοφωνίας


ΗΜΕΡΗΣΙΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ 5 ευρώ

ΠΕΜΠΤΗ 20/4
17.00 «Ο Λένιν και ο χρόνος» του Λ Κρίστη
18.00 «Ο Λένιν τον Οκτώβρη» των Μιχαήλ Ρομ - Ντιμιτρι Βασιλιεφ
22.30 «Β.Ι. Λένιν» του Α. Ζενιάκιν
23.00 «Θύελλα στην Ασία» του Βσέβολοντ Πουντόβκιν

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 21/4

17.00 «Βλαντίμηρος Ίλιτς Λένιν» των Β.Μπελιάεφ-Μ.Σλαβίνσκαϊα
18.00 «Οκτώβρης» του Σεργκέι Αιζενστάιν
22.30 «Ο Λένιν ζει» του Μ Ρομμ
23.00 «Η μάνα » του Βσέβολοντ Πουντόβκιν

ΣΑΒΒΑΤΟ 22/4

17.00 «Τρία τραγούδια για τον Λένιν» του Βερτόφ Τζίγκα
18.00 «Απεργία» του Σεργκέι Αιζενστάιν
22.30 «Το δύσκολο πόστο του Επαναστάτη» του Ι Βεσσαράμποβ
23.00 «Οπρώτος δάσκαλος» του Αντρέι Μιχαλκώφ Κοντσαλόφσκι

ΚΥΡΙΑΚΗ 23/4

17.00 «Το 1/6 της γης» του Τζίγκα Βερτώφ
18.00 «Θωρηκτό Ποτέμκιν» του Σεργκέι Αιζενστάιν
22.00 «Σελίδες μιας Μεγαλειώδους Ζωής» του Σ Πουμπιάνσκαια
23.00 «Η πτώση της Δυναστείας Ρομανώφ» της ΕΣΘΗΡ ΣΟΥΜΠ


ΔΕΥΤΕΡΑ 24/4
17.00 «Ο ενδέκατος χρόνος» του Τζίγκα Βέρτοφ
18.00 «Αρσενάλ – Το οπλοστάσιο» του Αλεξαντρ Ντοβζένκο
22.30 «Β.Ι. Λένιν» του Α. Ζενιάκιν
23.00 «Τσαπάγιεφ» των Γκέοργκι Βασίλιεφ –Σεργκέι Βασίλιεφ

TΡΙΤΗ 25/4
17.00 «Εμπρός, Σόβιετ» του Τζίγκα Βερτώφ
18.00 «Το τέλος της Αγ Πετρούπολης» του Βσέβολοντ Πουντόβκιν
22.30 «Τρία τραγούδια για τον Λένιν» του Βερτόφ Τζίγκα
23.00 «Οι γυναίκες της Ριζάν» των Ivan Pravov και Olga Preobrazhenskaya

ΤΕΤΑΡΤΗ 26/4
17.00 «Komcomol - ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ» του Γιόρις Ιβενς
18.00 «Η γη» του Αλεξάντρ Ντοβζένκο
22.30 «Ο Λένιν ζει» του Μ Ρομμ
23.00 «Ο δρόμος προς την ζωή» του Νικολάι Έκκ

Μήνυμα της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου 2017 από την Ιζαμπέλ Ιπέρ



Η διεθνής θεατρική κοινότητα τιμά σήμερα την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου. Όπως κάθε χρόνο, το Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου καλεί μια διεθνώς αναγνωρισμένη προσωπικότητα του θεάτρου να γράψει το μήνυμα του εορτασμού της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου, στις 27 Μαρτίου. Εφέτος το μήνυμα ανέλαβε να γράψει η βραβευμένη Γαλλίδα ηθοποιός Ιζαμπέλ Ιπέρ.

Το μήνυμα μεταφράζεται σε περισσότερες από 50 γλώσσες, δημοσιοποιείται μέσα από το δίκτυο του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου (ΔΙΘ) και τα Εθνικά του Κέντρα (περισσότερα από 90 Εθνικά Κέντρα και πολλά Συνεργαζόμενα Μέλη), αλλά και θεατρικούς οργανισμούς σε όλο τον κόσμο, διαβάζεται σε όλα τα θέατρα και μεταδίδεται από τα Μ.Μ.Ε σε όλο τον κόσμο. Το ΔΙΘ έχει ως στόχο να προωθεί τις εθνικές και διεθνείς δραστηριότητες που διοργανώνονται στο πλαίσιο των εορτασμών για την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου.
  
 Ο εορτασμός της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου καθιερώθηκε το 1962 από το Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου και εορτάζεται στις 27 Μαρτίου, από την παγκόσμια θεατρική κοινότητα. Στην ιστορία του εορτασμού κι ανάμεσα στις προσωπικότητες που έχουν μοιραστεί τις σκέψεις τους για το θέατρο με μήνυμα τους είναι ο 'Αρθουρ Μίλερ, ο Ρίτσαρντ Μπάρτον, ο Πίτερ Μπρουκ, η Αριάν Μιουσκίν, ο Ιάκωβος Καμπανέλης, ο Ντάριο Φο κ.ά.
    
   Μήνυμα της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου 2017

   «Μας βρίσκει εδώ, όπως και κάθε χρόνο την 'Ανοιξη, το 55ο έτος εορτασμών της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου. Μια μέρα σημαίνει 24 ώρες, που ξεκινούν πρώτα από το θέατρο Νο και το Bunraku, περνούν από την Όπερα του Πεκίνο και το Kathakali, καθυστερούν κάπου μεταξύ Ελλάδας και Σκανδιναβίας, από τον Αισχύλο έως τον Ίψεν, από τον Σοφοκλή στον Στρίντμπεργκ, μεταξύ Αγγλίας και Ιταλίας, από τη Σάρα Κέιν στον Πιραντέλο, μα και στη Γαλλία μεταξύ άλλων, εδώ που βρισκόμαστε τώρα, στο Παρίσι, στην πόλη που εξακολουθεί να φιλοξενεί τα περισσότερα θεατρικά σχήματα από το εξωτερικό. Έπειτα, σε αυτές τις 24 ώρες, θα οδηγηθούμε από το Παρίσι στη Ρωσία, από τον Ρακίνα και τον Μολιέρο στον Τσέχωφˑ μπορούμε ακόμη να διασχίσουμε τον Ατλαντικό για να καταλήξουμε σ' ένα πανεπιστήμιο στην Καλιφόρνια, όπου εκεί οι νέοι άνθρωποι ίσως ανακαλύπτουν εκ νέου το θέατρο. Γιατί το θέατρο πάντοτε αναγεννιέται μέσα από τις στάχτες του. Είναι η σύμβαση που πρέπει διαρκώς και ακαταπόνητα να καταργείται. Και έτσι παραμένει ζωντανό. Το θέατρο σφύζει από ζωή, αψηφώντας το χώρο και το χρόνοˑ τα πιο σύγχρονα έργα τρέφονται από τα επιτεύγματα των περασμένων αιώνων, τα πιο κλασικά ρεπερτόρια εκσυγχρονίζονται κάθε φορά που ερμηνεύονται ξανά.
  
 Μια Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου, προφανώς, δεν είναι μια συνηθισμένη, καθημερινή, μέρα. Είναι η μέρα που αναβιώνει έναν απέραντο χωροχρόνο και για να επικαλεστώ αυτόν το χωροχρόνο θα ήθελα να καλέσω εδώ έναν Γάλλο θεατρικό συγγραφέα, τόσο ταλαντούχο όσο και διακριτικό, τον Ζαν Ταρντιέ. Για τον χώρο ερωτά ποια είναι η μακρύτερη διαδρομή από το ένα σημείο στο άλλο… Για τον χρόνο προτείνει να μετρούμε σε δέκατα δευτερολέπτου τον χρόνο που χρειαζόμαστε για να προφέρουμε τη λέξη «αιωνιότητα». Για τον χωροχρόνο είπε επίσης: «Πριν κοιμηθείτε εστιάστε την προσοχή σας, νοερά, σε δύο σημεία στο χώρο και υπολογίστε πόσος χρόνος χρειάζεται, στο όνειρο, να πάτε από το ένα σημείο στο άλλο». Στη μνήμη μου έχω κρατήσει τη φράση «στο όνειρο». Φαίνεται ότι ο Ζαν Ταρντιέ και ο Μπομπ Γουίλσον έχουν συναντηθεί. Μπορούμε επίσης να συνοψίσουμε τη σημασία της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου μας, ανακαλώντας στη μνήμη μας τον Σάμουελ Μπέκετ, μέσα από τον οποίο λέει η Γουίνι, με εκείνο το σβέλτο ύφος της: «Ω, τι όμορφη μέρα πρόκειται να ήταν». Καθώς σκεφτόμουνα αυτό το μήνυμα, που είχα την τιμή να προσκληθώ να γράψω, ερχόντουσαν στη μνήμη μου όλα τα όνειρα, από όλες αυτές τις σκηνές. Έτσι, δεν ήρθα εντελώς μόνη σε αυτήν την αίθουσα της ΟΥΝΕΣΚΟˑ όλοι οι χαρακτήρες που ερμήνευσα επάνω στη σκηνή είναι εδώ μαζί μου, οι ρόλοι που φαινομενικά με εγκατέλειπαν όταν όλα τελείωναν, μα που χάραξαν μέσα μου μια υπόγεια ζωή, έτοιμοι να βοηθήσουν ή να καταστρέψουν τους επόμενους ρόλους: Φαίδρα, Αραμίντ, Ορλάντο, Έντα Γκάμπλερ, Μήδεια, Μερτέιγ, Μπλανς Ντιμπουά… Με συνοδεύουν επίσης όλοι οι χαρακτήρες που αγάπησα και χειροκρότησα ως θεατής. Έτσι, ανήκω σε όλο τον κόσμο. Είμαι Ελληνίδα, Αφρικανή, Σύρια, Βενετσιάνα, Ρωσίδα, Βραζιλιάνα, Περσίδα, Ρωμαία, Γιαπωνέζα, Νεοϋορκέζα, γυναίκα από τη Μασσαλία, Φιλιππινέζα, Αργεντινή, Νορβηγίδα, Κορεάτισσα, Γερμανίδα, Αυστριακή, Αγγλίδα, πραγματικά ανήκω σε όλο τον κόσμο. Εκεί, στη σκηνή, βρίσκεται η πραγματική παγκοσμιοποίηση.
   
Στους εορτασμούς της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου 1964, ο Λόρενς Ολιβιέ ανακοίνωσε ότι μετά από αγώνες που διήρκησαν πάνω από έναν αιώνα, η Αγγλία απέκτησε το Εθνικό της Θέατρο και εξέφρασε αμέσως την επιθυμία του να το διαμορφώσει ως ένα διεθνές θέατρο, τουλάχιστον στο ρεπερτόριό του. Γνώριζε πολύ καλά πως ο Σαίξπηρ ανήκει στον κόσμο.
   
Με χαρά ανακάλυψα ότι το πρώτο Μήνυμα της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου το εμπιστεύτηκαν στον Ζαν Κοκτώ, μια τέλεια επιλογή, αφού είναι ο συγγραφέας του "Ο γύρος του κόσμου σε 80 μέρες". Κι εγώ γύρισα τον κόσμο, με διαφορετικό τρόπο, έκανα το γύρο του κόσμου σε 80 θεατρικά έργα ή ταινίες. Περιλαμβάνω εδώ και τις ταινίες γιατί δεν βρίσκω ότι διαφέρουν οι ερμηνείες τους από το θέατρο και εκπλήττομαι κάθε φορά που το λέω, μα είναι αλήθεια, έτσι είναι. Δεν υπάρχει διαφορά.
  
 Καθώς σας μιλώ εδώ δεν είμαι εγώ, δεν είμαι ηθοποιός, είμαι απλά ένας άνθρωπος από τους πολλούς που χρησιμοποιεί το θέατρο για να συνεχίσει να υπάρχει. Είναι, λίγο, καθήκον μας. Και ανάγκη μας: με άλλα λόγια: το θέατρο δεν υπάρχει χάρη σε μας, μάλλον χάρη στο θέατρο υπάρχουμε εμείς. Το θέατρο είναι παντοδύναμο, αντιστέκεται, επιβιώνει από το κάθε τι, πολέμους, λογοκρισία, φτώχια. Αρκεί να πούμε «Το σκηνικό είναι μια γυμνή σκηνή μιας ακαθόριστης εποχής» και να προσθέσουμε έναν ηθοποιό. Ή μία ηθοποιό. Τι θα κάνει αυτός; Τι θα πει αυτή; Θα μιλήσουν; Το κοινό περιμένει, θα αναγνωρίσει, γιατί χωρίς το κοινό δεν υπάρχει θέατρο, ποτέ δεν πρέπει να το ξεχνάμε αυτό. Ένας μόνο θεατής στο κοινό είναι το κοινό. Μα ας μην είναι πολλές οι άδειες καρέκλες! Εκτός στον Ιονέσκο… Στο τέλος λέει η γριούλα: «Ναι, ναι, ας πεθάνουμε ενδόξως… Ας πεθάνουμε για να γίνουμε μύθος… τουλάχιστον θα αποκτήσουμε το δρόμο μας…»
   
Γιορτάζουμε την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου για 55 χρόνια τώρα. Στα 55 αυτά χρόνια είμαι η όγδοη γυναίκα που καλούμαι να μεταδώσω ένα μήνυμα και τελικά δεν ξέρω αν η λέξη μήνυμα ταιριάζει. Οι προγενέστεροί μου (η πλειοψηφία επιβάλλει το αρσενικό γένος!) μίλησαν για το θέατρο της φαντασίας, της ελευθερίας, της καταγωγής, συζήτησαν το πολυπολιτισμικό θέατρο, το θέατρο της ομορφιάς, το θέατρο που θέτει αναπάντητα ερωτήματα… Το 2013, μόλις πριν τέσσερα χρόνια, ο Ντάριο Φο είπε: «Έτσι, η μόνη λύση στην κρίση βρίσκεται στην ελπίδα ότι θα οργανωθεί ένας μεγάλος διωγμός εναντίον μας και ιδιαίτερα εναντίον των νέων ανθρώπων που επιθυμούν να μάθουν την τέχνη του θεάτρου: μια νέα διασπορά των Commedianti, των δημιουργών του θεάτρου, ο οποίοι αναμφισβήτητα θα αντλήσουν από ένα τέτοιο περιορισμό αφάνταστα οφέλη για μια νέα αναπαράσταση.». Τα αφάνταστα οφέλη μοιάζουν μια πολύ καλή συνταγή, που επάξια θα μπορούσε να περιληφθεί σε κάθε πολιτική ρητορική, δεν συμφωνείτε;… Και αφού βρίσκομαι στο Παρίσι, λίγο πριν τις προεδρικές εκλογές, εισηγούμαι σε αυτούς που φαίνεται ότι επιθυμούν να μας κυβερνήσουν να προσέξουν αυτά τα αφάνταστα οφέλη του θεάτρου. Όχι όμως κυνήγι μαγισσών!
  
 Το θέατρο για μένα είναι ο άλλος, είναι ο διάλογος, η απουσία του μίσους. Η φιλία μεταξύ των λαών, δεν γνωρίζω πολύ καλά τι θα πει αυτό, μα πιστεύω στην κοινότητα, στη φιλία μεταξύ των θεατών και των ηθοποιών, πιστεύω στην ενότητα όλων αυτών που επανενώνει το θέατρο, τους θεατρικούς συγγραφείς, τους μεταφραστές, τους φωτιστές, τους σχεδιαστές κοστουμιών, τους σκηνογράφους, αυτούς που ερμηνεύουν το θέατρο και αυτούς που το δημιουργούν και αυτούς που το επισκέπτονται. Το θέατρο μας προστατεύει, μας προφυλάσσει… Μου φαίνεται πως μας αγαπά… όσο το αγαπάμε…
   
Θυμάμαι έναν παλιό σκηνοθέτη, ο οποίος κάθε βράδυ στα παρασκήνια, προτού να ανοίξει η αυλαία, φώναζε με στεντόρεια φωνή: «Τόπο για το Θέατρο!». Και αυτή είναι και η τελευταία μου φράση. Σας ευχαριστώ».
   
Ιζαμπέλ Ιπέρ

Γιατί είναι απαραίτητος ο φεμινισμός σήμερα;



Γιατί είναι απαραίτητος ο φεμινισμός σήμερα;

Νομίζω αξίζει να ξεκινήσουμε με το ότι η ημέρα της γυναίκας δεν είναι μια μέρα για λουλούδια, εκπτώσεις και προσφορές καλλυντικών. Ούτε είναι μια μέρα για να «χειραφετηθούμε» σε νυχτερινές διασκεδάσεις.

H Παγκόσμια Ημέρα της γυναίκας, συμβολίζει τους αγώνες των γυναικών για ίσα δικαιώματα, στην εργασία και στο σπίτι. Καθιερώθηκε βέβαια, το 1911 στη μνήμη της μαζικής  εκδήλωσης διαμαρτυρίας, που έγινε στη Νέα Υόρκη το 1857 από εργάτριες κλωστοϋφαντουργίας που ζητούσαν καλύτερες συνθήκες εργασίας.

Αν πιάσουμε αυτό το νήμα που ξεκινά 2 περίπου αιώνες πριν, θα φτάσουμε σήμερα στους αγώνες των γυναικών στην Τουρκία, στο Κομπάνι, στα χωριά των Ζαπατίστας, στην Πολωνία, στην Λατινική Αμερική, στις ΗΠΑ -την επομένη κιόλας της εκλογής του Trump με την εγκαθίδρυση της μισογύνικης αντζέντας.

Ακούμε πολλές φορές στις ημέρες μας ότι ο φεμινισμός είναι κάτι το παρωχημένο, το ξεπερασμένο, γιατί ισότητα υπάρχει.

Ακούμε ότι η ισότητα των φύλων είναι δήθεν κατακτημένη υπόθεση που απασχόλησε τις προηγούμενες γενιές, όταν πολλά πράγματα ήταν «συντηρητικά και οπισθοδρομικά», ενώ σήμερα έχουν οριστικά αλλάξει και προοδεύσει, άποψη που τη συμμερίζεται μεγάλη μερίδα, νεότερων κυρίως γυναικών.

Είναι, όμως έτσι;

Καταρχήν να δώσουμε μερικούς ορισμούς απαραίτητους για την κατανόηση μας.

Τι είναι φεμινισμός;

Ο φεμινισμός είναι ένα κίνημα για την πολιτική, κοινωνική και οικονομική ισότητα των φύλων.
Εκφράζεται ως κοινωνικό και πολιτικό κίνημα, ως ακαδημαϊκή θεωρία και προσέγγιση αλλά και ως τρόπος ζωής. Η κεντρική του ιδέα είναι η απελευθέρωση του ανθρώπου (προσοχή: του ανθρώπου, όχι της γυναίκας μόνο) από την κοινωνική, πολιτική και οικονομική καταπίεση που υφίσταται μέσα από όλους τους τύπους πατριαρχικών δομών.

Τι είναι σεξισμός;

Σεξισμό ονομάζουμε το σύνολο των προκαταλήψεων και συμπεριφορών που πηγάζουν από τη βίαιη -δηλαδή, αυθαίρετα άνιση-  δυιστϊκή ιδεολογία, η οποία βασίζεται στο διαχωρισμό των φύλων σε αρσενικό και θηλυκό.
Έτσι το ένα εκ των δύο φύλων θεωρείται βιολογικά, ηθικά, διανοητικά και πνευματικά υποδεέστερο του άλλου, επιτρέποντας, ή και θεσμοθετώντας,  τις εναντίον του συστηματικές διακρίσεις, αρνητικές ή φοβικές κρίσεις, φυσικούς περιορισμούς ή και εκδηλώσεις μίσους.

Τι εννοούμε όταν λέμε ότι ζούμε σε πατριαρχική κοινωνία;

Η πατριαρχική κοινωνία είναι το είδος της κοινωνίας που στηρίζεται στην ιδέα της «φυσικής» ανωτερότητας του άνδρα και ιεραρχεί τις κοινωνικές, οικονομικές και ηθικές δομές της με γνώμονα την πρωτοκαθεδρία του αρσενικού ενάντια στο θηλυκό και την ανδροκρατία της εξουσίας-  αποτελεί και το γενεσιουργό πλαίσιο για τις σεξιστικές ιδεολογίες και συμπεριφορές, αλλά και το αποτέλεσμα του συνόλου των πρακτικών αυτών στη διάρκεια των αιώνων.



Ο σεξισμός εκδηλώνεται πιο απτά μέσα από κοινωνικές και πολιτικές πρακτικές διακρίσεων που θεωρούν εκ προοιμίου τη γυναίκα «ασθενές φύλο» και μπορούν να πάρουν, μεταξύ άλλων, τις εξής μορφές:

Στο σπίτι: παραδοσιακός διαχωρισμός των ρόλων των φύλων, με τον άνδρα να αναλαμβάνει την κερδοφόρα και κοινωνικά αναγνωρισμένη εξωτερική εργασία και τη γυναίκα να περιορίζεται στον εσωτερικό χώρο του σπιτιού και της οικογένειας, με μη αναγνώριση του κοινωνικού ρόλου και της εργασίας της εκεί απλήρωτη και κρατικά ανασφάλιστη εργασία στα οικιακά και στη μητρότητα, διακρίσεις και έλλειψη μέριμνας για ανύπαντρες μητέρες και παιδιά χωρίς αναγνωρισμένο πατέρα.

Στο χώρο εργασίας: χαμηλότεροι μισθοί για τις γυναίκες, υψηλότερα ποσοστά ανεργίας και διακρίσεις στις προσλήψεις, εχθρικό εργασιακό περιβάλλον με εκδηλώσεις μίσους ή άσκηση σεξουαλικών πιέσεων, απολύσεις ή διακρίσεις κατά των εγκύων γυναικών, έλλειψη βρεφονηπιακής φροντίδας για μητέρες, πρακτικές «γυάλινης οροφής», ανομολόγητο αλλά υπαρκτό όριο που εμποδίζει τις γυναίκες καριέρας από την πρόσβαση στα ανώτερα κλιμάκια της εργασιακής ιεραρχίας.

Στην εκπαίδευση: εκδίωξη εγκύων κοριτσιών από το σχολείο, απαγόρευση μόρφωσης στις γυναίκες, εμπόδια στο δρόμο των κοριτσιών προς την εκπαίδευση (κυρίως τα ανώτερα κλιμάκια), εχθρικό περιβάλλον στην τάξη με διακρίσεις ή και βία (λεκτική, σωματική) κατά των κοριτσιών, διάδοση πεποιθήσεων πως ορισμένα επαγγέλματα -κυρίως μαθηματικά ή επιστήμες-  δεν είναι για γυναίκες, επειδή δεν είναι τόσο λογικές, συγκεντρωμένες ή έξυπνες όσο οι άνδρες, χαμηλότερη ποσόστωση γυναικών στα ανώτατα εκπαιδευτικά αξιώματα.

Στη θρησκεία: στιγματισμός των γυναικών ως «κατώτερων», «αμαρτωλών» και «ακάθαρτων», θεσμική υποταγή τους στο αρσενικό, μερικός ή ολικός αποκλεισμός τους από το ιερατείο και ορισμένους χώρους της εκκλησίας (άβατα, ιερά).

Στην επιστήμη: στρέβλωση ή αποσιώπηση θεμάτων που αφορούν στις γυναίκες, πατριαρχικές εκ προοιμίου προκαταλήψεις που διαμορφώνουν τα ερευνητικά αντικείμενα, μεθόδους και αποτελέσματα, νοοτροπία αποκλεισμού των γυναικών από τις φυσικές επιστήμες ως «ακατάλληλες» για το είδος της ευφυΐας τους.

Στη γλώσσα: χρήση αρνητικά χρωματισμένου λόγου (π.χ. «κάνεις σαν γυναικούλα») ή χρήση του αρσενικού μέρους ως γνώμονα ή συνώνυμου για ένα σύνολο (π.χ., «ο άνθρωπος»), σεξιστικά ανέκδοτα και παροιμίες, σύνδεση του άνδρα με την έλλογη γλώσσα  και το νου, και της γυναίκας με την άναρθρη βιολογική ύπαρξη. Η συνεχής χρήση και εφαρμογή μιας γλώσσας που αγνοεί ή απαξιώνει το θηλυκό φύλο.

Στη δημόσια ζωή: «γυάλινη οροφή» για τις γυναίκες λειτουργούς ή διεκδικητές ανώτερων ή ανώτατων δημοσίων αξιωμάτων, ελλειμματική εκπροσώπηση των γυναικών στα διάφορα σώματα εξουσιών, αποσιώπηση των γυναικείων θεμάτων, δυο μέτρα και δύο σταθμά όσον αφορά σε γυναικείες και αντρικές δράσεις, ή και ως προς τα δικαιώματά τους ως πολιτών. Ρατσισμός και ψυχολογική πίεση στις γυναίκες που είτε από επιλογή είτε όχι, δεν τεκνοποιούν και τείνουν να θεωρούνται λειψές γυναίκες.

Στα σεξουαλικά δικαιώματα: θεωρούμενη ως «φυσική» η εκμετάλλευση της γυναικείας σεξουαλικότητας στην πορνογραφία, στην πορνεία και την παράνομη διακίνηση γυναικών, ο στιγματισμός της γυναικείας σεξουαλικότητας ως αποσιωπητέου θέματος ή ως ανέκδοτου, δύο μέτρα και σταθμά όσον αφορά σε παρόμοιες σεξουαλικές συμπεριφορές ανδρών και γυναικών (π.χ. «ψυχρή/ κύριος»).

Στα ανθρώπινα δικαιώματα: μερική ή και ολική άρνηση ανθρώπινης υπόστασης ή αυτονομίας στις γυναίκες, έκθεση των γυναικών σε περισσότερες πιθανότητες και μορφές βίας (π.χ., κλειτοριδεκτομή. «εθνικές εκκαθαρίσεις»), δύο μέτρα και σταθμά όσον αφορά στην αξία ανδρών και γυναικών απέναντι στο νόμο (π.χ., ήπιες τιμωρίες ή απαλλαγές για βιασμούς και πράξεις βίας που βαφτίζονται «εγκλήματα πάθους» ή «τιμής»).
Ενδεικτικά να αναφέρουμε τα σοκαριστικά αποτελέσματα μια πρόσφατης έρευνας: το 27% των ευρωπαίων και το 32% των Ελλήνων «δικαιολογεί» υπό προϋποθέσεις τον βιασμό!
Ας ξαναρωτήσουμε, λοιπόν, τους εαυτούς μας.

Ισχύουν όλα τα παραπάνω;

Εάν ισχύουν: είναι τελικά απαραίτητος ή όχι ο φεμινισμός σήμερα;


Έχει υπολογιστεί ότι σχεδόν 750 εκατομμύρια γυναίκες δεν επωφελούνται από κάποια θεσμοθετημένη διάταξη για το δικαίωμα στην άδεια μητρότητας, ενώ μόνο 330 εκατομμύρια εργαζόμενες λαμβάνουν κάποιου είδους επίδομα για τη γέννηση παιδιού (ποσοστό μόλις 28,2%) λόγω καταστρατήγησης της νομοθεσίας, έλλειψης ενημέρωσης, έμφυλων διακρίσεων ή κοινωνικού αποκλεισμού.

Επιπλέον, η νομοθετική κατοχύρωση της ισότητας των φύλων μπορεί μεν να υπάρχει, διασφαλίζεται στην πράξη ή είναι ελλιπής και παραβιάζεται;

Οι έμφυλες ανισότητες, οι διακρίσεις, η ανισότητα ευκαιριών, η μη πρόσβαση, οι αποκλεισμοί και η αποστέρηση δημόσιων πόρων και αγαθών (όχι μόνον υλικών αλλά και άυλων, όπως χρόνος, γνώση, πληροφορία, δίκτυα, αναγνώριση κ.λπ.) παραμένει το σκληρό δεδομένο σε όλους τους τομείς της οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής και πολιτιστικής ζωής.

Ακόμη και μετά την επίτευξη του υψηλού -ψηλότερου από τους άνδρες- εκπαιδευτικού επιπέδου τους, οι γυναίκες εξακολουθούν να καταλαμβάνουν τις πιο κακοπληρωμένες, επισφαλείς και με μικρότερη αναγνώριση θέσεις εργασίας, να αμείβονται με χαμηλότερους μισθούς από άνδρες που κάνουν την ίδια δουλειά (μισθολογικό χάσμα), να βρίσκονται συγκεντρωμένες σε κλάδους και επαγγέλματα χωρίς δυνατότητα εξέλιξης (γυάλινη οροφή), να βιώνουν διλημματικά την επαγγελματική τους σταδιοδρομία (οικογένεια/μητρότητα ή καριέρα), να αντιμετωπίζουν πολλαπλάσιες δυσκολίες προκειμένου να ενταχθούν και να παραμείνουν στην αγορά εργασίας, και να είναι συχνά οι πρώτες που απολύονται ή εργάζονται χωρίς εργασιακά δικαιώματα, να έχουν χαμηλότερη διαπραγματευτική δύναμη λόγω του χαμηλού βαθμού συνδικαλισμού τους, να πρέπει να καταφέρουν πολλαπλάσια από συναδέλφους για να αναγνωριστούν σε κάθε στίβο: την επιστήμη, το επάγγελμα, την πολιτική και τους κοινωνικούς ρόλους που αναλαμβάνουν.

Να εργάζονται διπλά, στην εργασία και στο σπίτι, δηλαδή να έχουν επωμιστεί και όλη τη σφαίρα της αναπαραγωγής του  συστήματος, παρέχοντας υπηρεσίες φροντίδας και καλύπτοντας τα τεράστια κενά του κοινωνικού κράτους.

Επιπλέον, η έμφυλη βία -κεντρικό ζήτημα της φεμινιστικής ατζέντας- εξακολουθεί να καταδεικνύει με τον πιο ακαριαίο τρόπο την κυριαρχία και την άσκηση εξουσίας των ανδρών πάνω σε γυναίκες και κορίτσια με πολλούς και διάφορους τρόπους: σωματική, λεκτική, ψυχολογική, οικονομική βία.  Άνδρες που προέρχονται από όλο το φάσμα της κοινωνικής γεωγραφίας ως προς την τάξη, το εκπαιδευτικό και μορφωτικό επίπεδο, αλλά και την ιδεολογία.

Έτσι λοιπόν, βλέπουμε ότι η νομοθετική κατοχύρωση της ισότητας δεν επαρκεί, απ' ό,τι φαίνεται, για να εξασφαλιστεί η ισότιμη εκπροσώπηση και συμμετοχή των γυναικών στις δημόσιες υποθέσεις, στην κατάληψη θέσεων ευθύνης στη δημόσια ζωή και δεν έχει προστατεύσει, ακόμη και εκείνες τις λίγες που τα κατάφεραν, από τον διάχυτο σεξισμό στους θεσμούς και τον δημόσιο λόγο, τις απεικονίσεις και αναπαραστάσεις των ΜΜΕ και του κυρίαρχου μιντιακού λόγου που αναπαράγει σεξιστικά στερεότυπα.

Παραγκωνίζονται και περιθωριοποιούνται από τις ανδροκρατικές πρακτικές της δημόσιας σφαίρας, στα πολιτικά κόμματα, τις συνδικαλιστικές οργανώσεις, τα όργανα λήψης απόφασης, ακόμη δε, με λιγότερο ίσως προφανή τρόπο, και στα πιο ριζοσπαστικά και διανοούμενα τμήματα της κοινωνίας.

Συχνά σήμερα παραγνωρίζεται και υποτιμάται η σημασία των φεμινιστικών επεξεργασιών και θέσεων για τις σχέσεις εξουσίας μεταξύ των φύλων, οι οποίες αντιμετωπίζονται ως δευτερεύουσες ή περιθωριακές.

Είναι αναμφισβήτητο όμως ότι οι έμφυλες διακρίσεις συνιστούν ένα πεδίο το οποίο συναρθρώνει πολλές επιμέρους κοινωνικές αντιθέσεις: φύλου, τάξης, φυλής, ταυτότητας, σεξουαλικού προσανατολισμού κ.ά., και μόνον ως τέτοιες μπορεί σήμερα να αντιμετωπίζονται ως πεδίο πολιτικής και ιδεολογικής διαπάλης.

Για να γίνει κάτι τέτοιο θα πρέπει η καθεμία και ο καθένας από εμάς (ατομικά και συλλογικά) να γίνουμε με υπευθυνότητα φορείς αλλαγής συνειδήσεων, αμφισβήτησης και ανατροπής κατεστημένων και κυρίαρχων μοντέλων και επιλογών, να αποκαλύπτουμε αδιάκοπα μέσω μιας δημιουργικής κριτικής, ρητές και άρρητες διαδικασίες, απόψεις και συμπεριφορές που παράγουν και αναπαράγουν έμφυλες ιεραρχήσεις στην κοινωνία.

Είναι γεγονός, ότι πολλές γυναίκες αισθάνονται θυμό γιατί ο φεμινισμός τους καλλιέργησε την ιδέα ότι θα έβρισκαν απελευθέρωση μέσα από την εργασία, ενώ στην πραγματικότητα απλώς εργάζονται πολλές ώρες στο σπίτι και πολλές ώρες στις δουλειές τους. Βέβαια, οι ανάγκες μιας οικονομίας σε ύφεση, έσπρωχναν τις γυναίκες στην εργασία έξω από το σπίτι πολλά χρόνια πριν εισάγει την ιδέα το φεμινιστικό κίνημα. Ακόμη κι αν το σύγχρονο κίνημα δεν είχε ποτέ συμβεί, μάζες γυναικών θα είχαν μπει στην αγορά εργασίας απλώς δεν θα είχαν τα δικαιώματα που έχουμε επειδή το φεμινιστικό κίνημα απαίτησε την κατάλυση των έμφυλων διακρίσεων.

Είναι λάθος που μερικές γυναίκες κατηγορούν τον φεμινισμό επειδή θεωρούν πως το κίνημα ουσιαστικά τις ανάγκασε να εργάζονται.

Η αλήθεια είναι πως το καπιταλιστικό σύστημα ήταν ο πραγματικός λόγος που οι γυναίκες μπήκαν στην αγορά εργασίας. 

Η ύφεση της οικονομίας σήμαινε πως πολλές λευκές μεσοαστικές οικογένειες δεν θα μπορούσαν να διατηρήσουν το ταξικό τους στάτους και τον τρόπο ζωής τους, αν οι γυναίκες της οικογένειας που παλαιότερα ονειρεύονταν μόνο ζωές ως νοικοκυρές, δεν έβγαιναν στην αγορά εργασίας.

Γνωρίζουμε πλέον πως η εργασία δεν απελευθερώνει τις γυναίκες και μάλιστα υπάρχουν πολλές υψηλόμισθες, πλούσιες επαγγελματίες οι οποίες βρίσκονται σε σχέσεις όπου η αντρική κυριαρχία είναι η νόρμα.

Το θετικό είναι πως όταν οι γυναίκες έχουν οικονομική ανεξαρτησία έχουν πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να φύγουν από τέτοιες σχέσεις όταν επιλέξουν την απελευθέρωση. Φεύγουν γιατί μπορούν.

Οι γυναίκες οφείλουν να καταλαβαίνουν ότι δεν είναι η εργασία που τις απελευθερώνει αλλά η οικονομική ανεξαρτησία, η οποία είναι απαραίτητη προϋπόθεση στις συζητήσεις σχετικά με την απελευθέρωση. Κι όταν αυτό πια είναι δεδομένο, τότε οδηγούμαστε ένα βήμα παραπέρα, στη συζήτηση σχετικά με το ποιο είδος εργασίας είναι αυτό που στηρίζει την απελευθέρωση. 

Προφανώς, καλά αμοιβόμενες θέσεις με άνετα ωράρια είναι αυτές που δίνουν τη μεγαλύτερη ελευθερία στις εργαζόμενες.

Για το τέλος κράτησα την ενότητα άνδρες και φεμινισμός

Η καλλιέργεια της φεμινιστικής συνείδησης για τους άντρες είναι τόσο βασική για το επαναστατικό κίνημα όσο οι γυναικείες ομάδες. 
Αν είχε δοθεί έμφαση σε ομάδες αντρών που θα μάθαιναν σε αγόρια και σε άντρες τι είναι ο σεξισμός και πώς μπορεί να μεταμορφωθεί, θα ήταν αδύνατο τα μέσα μαζικής ενημέρωσης να παρουσιάσουν το κίνημα ως κατά των αντρών.

Αυτό επίσης θα προλάβαινε το σχηματισμό αντιφεμινιστικού αντρικού κινήματος. 

Το μελλοντικό φεμινιστικό κίνημα δε θα κάνει αυτό το λάθος. Άντρες κάθε ηλικίας χρειάζονται περιβάλλοντα όπου η αντίστασή τους στο σεξισμό δηλώνεται και χαίρει εκτίμησης. Χωρίς τους άντρες ως συμμάχους στον αγώνα το φεμινιστικό κίνημα δε θα προχωρήσει. Ήδη έχουμε να κάνουμε πολλή δουλειά για να διορθώσουμε την υπόθεση, που είναι βαθιά ριζωμένη στη νοοτροπία της κουλτούρας μας, ότι ο φεμινισμός είναι κατά των αντρών. Ο φεμινισμός είναι κατά του σεξισμού.

Βλάπτει η πατριαρχία και τους άνδρες; Βεβαίως και πολύ.

Υποφέρουν κι εκείνοι από τα αποτελέσματα των στερεοτύπων που χτίζονται μέσα σ’ αυτήν.

Οι άντρες έχουν το δικό τους μικρό κουτάκι που ορίζει τι είναι η αρρενωπότητα και τι σημαίνει το να είσαι άντρας και το οποίο είναι γεμάτο με αποδεκτές και επιθυμητές συμπεριφορές.
Συστηματικά οι άντρες διδάσκονται πως η αρρενωπότητά τους κινδυνεύει εάν κάνουν οτιδήποτε δεν περιλαμβάνεται στο μικρό, περιοριστικό τους κουτάκι. Το πιο επικίνδυνο απ’ όλα είναι να επιδείξουν συμπεριφορές που η πατριαρχική κοινωνία περιλαμβάνει στο περιοριστικό κουτάκι των γυναικών. Εάν, π.χ. κλάψουν ή εκφράσουν συναισθήματα (πλην θυμού), εάν πλύνουν πιάτα ή ράψουν ή εάν αποφασίσουν να μείνουν σπίτι με τα παιδιά ενώ η σύντροφός τους εργάζεται.

 Ένας άντρας, λοιπόν,  που κάνει κι εκείνος αγώνα να αποβάλει το αντρικό προνόμιο, που έχει ασπαστεί τη φεμινιστική πολιτική, είναι άξιος σύμμαχος στον αγώνα και δεν είναι με κανένα τρόπο απειλή για το φεμινισμό.

Αντίθετα απειλή είναι η διείσδυση στο φεμινιστικό κίνημα μιας γυναίκας που επιμένει στη σεξιστική σκέψη και συμπεριφορά

Η απειλή, ο εχθρός, είναι η σεξιστική σκέψη και συμπεριφορά.

Άρα φεμινισμός δεν είναι οι γυναίκες εναντίον των ανδρών, αλλά όλες και όλοι μαζί εναντίον της πατριαρχίας.

Σέβη Στάικου

Πηγές: kamenasoutien.com
            Fylopedia