Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ένας έστησε σκηνή πάνω στο ίδιο του το κεφάλι… Τρία ποιήματα του Κωστή Ντέμου



Αλπινισμός
 
Ένας έστησε σκηνή
πάνω στο ίδιο του το κεφάλι.

Δύσκολη λέει η αναρρίχηση και η καταρρίχηση
και επίφοβο να κατασκηνώνεις
σε τόσο άγνωστα εδάφη.

Αλλά πώς θα μάθεις τα κατατόπια,
πώς θα γνωρίσεις το υπέδαφος;
Βάλε καρφιά,
πέρνα τον ειρμό από τα ρελέ
ασφάλισε το ρεβέρσο. 

Προσοχή όμως
όταν χώνεις τα πασαλάκια σου
στον μαλακό ιστό.

Μην τα πιέσεις πολύ
αλλιώς θα σφηνώσουν για πάντα
και ούτε χαλαρά να τα βάζεις
διότι θα χάσεις το κατάλυμα.

Κάθε φυσιολατρική εμπειρία
στο τριχωτό της κεφαλής
ρισκάρει

το κάτωθεν κενό.
— . —
Φρεάτιο

Το φρεάτιο ήταν γεμάτο με κουφάρια ορόφων.

Ο Πέμπτος μπρούμυτα νεκρός
καταπλακωμένος από τον Έκτο.
Προσπαθούσαν από κοινού
να γίνουν το ρετιρέ,
τα συρματόσχοινα όμως
δεν άντεξαν το βάρος των προσδοκιών
δύο κομβίων να πατιούνται ταυτόχρονα.

Το φρεάτιο λουσμένο με ένα θαμπό μπλέ φώς
σαν γραφείο κηδειών,
σαν ψυγείο
σαν βυθός.

Ο Τέταρτος και ο Τρίτος πέθαναν,
ευτυχώς ως ιδέες μόνο.
Αβάσταχτο το χάος του κενού
μεταξύ τους και του Εβδόμου,
που μέχρι πριν λίγο αναβόσβηνε νευρόσπαστα
όπως κάθε παρανοϊκή πιθανότητα.

Ένα φρεάτιο γεμάτο καλώδια και σπασμένους διακόπτες
σαν την μήτρα ενός ρομπότ.

Ο Δεύτερος πέθανε πρώτος και ο Πρώτος δεύτερος 
προσπαθώντας να σώσουν τον ημιόροφο.
Αλλά και αυτός, απο ημι-όροφος έγινε μή-όροφος
χωρίς πλέον κάτι να επικυρώνει την ενδιάμεση ύπαρξή του.

Εκεί στο φρεάτιο λοιπόν ξυπνάς πατώντας το κουδούνι
σκαρφαλώνεις στο ισόγειο
σκοντάφτεις στην πινακίδα που λέει
Ο ανελκυστήρας είναι εκτός νοήματος,

και παίρνεις τις σκάλες.


αφιερωμένο στα υπόγεια.
— . —
Η ρεπούμπλικα
Όλοι το βλέπουν για στενό καπέλο 
είναι όμως πλατύγυρο και βαθύ
και χωράει όλα τα κεφάλια.

Αριστερά και δεξιά το γέρνουν
ίσως και μόνο από στύλ,
ίσως και από χούι.

Άλλο καπέλο η ρεπούμπλικα.

Ούτε ημίψηλο, ούτε ψαθάκι.
Kαπέλο των μικροαστών,
με τα μπουρζουά κούτελα.

Άλλο καπέλο η ρεπούμπλικα.

Ούτε τραγιάσκα, ούτε φέσι
αν και για τέτοιο μοιάζει σε κάποιους,
όταν η υγρασία νοτίσει το γείσο.

Τότε η ρεπούμπλικα γίνεται όντως άλλο καπέλο.

Βαριά και δύσφορη στα άμαθα κεφάλια,
που μέσα στην φαγούρα τους
ακόμα και με κράνη θα την αντάλλαζαν.
— . —
πηγή: http://www.hitandrun.gr/

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ: Προσεγγίζοντας την ποίησή του, από τον συνάδελφο Γιώργο Φουντουλάκη

  


Ο Γιώργος  Σεφέρης υπήρξε για την νεώτερη Ελληνική ποίηση μια κεντρική μορφή εκφράζοντας με τον καλύτερο τρόπο τον Ελληνικό μοντερνισμό. Τα ποιήματά του είναι συνδυασμός του ελληνικού πολιτισμικού παρελθόντος και της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας του καιρού του. Τα δοκίμιά του είναι υποδείγματα γλωσσικής καθαρότητας και εκφραστικής σαφήνειας. Οι ποικίλες μεταφράσεις του μας γνώρισαν κρίσιμα και βασικά έργα της ξένης γραμματείας.
Οι αλλεπάλληλες εμφανίσεις ανέκδοτων γραπτών του μετά το θάνατό του επιβεβαιώνουν την άγρυπνη σχεδόν βασανιστική σχέση του με τη γραφή και τονίζουν την ενότητα οράματος και αντιλήψεων για τη ζωή και την τέχνη, ενότητα που μόνο οι μεγάλοι δημιουργοί διαθέτουν και είναι σε θέση να εκφράσουν. Το παρελθόν στην ποίηση του Γ. Σεφέρη καλλιεργείται ξανά και ξανά με βασικά εργαλεία τη μνήμη, το μύθο, το τοπίο και τη γλώσσα.
Ο ποιητής στην άποψή του για τη γλώσσα, διαφαίνεται ο ιστορικός ρόλος της παράδοσης στην οποία επιστρέφει εξακολουθητικά λέγοντας:
« Αν η φύση μιας γλώσσας είναι η φύση μιας συνολικής ιδιοσυγκρασίας πεθαμένων και ζωντανών που μας περιέχει και που διαθέτουμε ένα πολύ μικρό περιθώριο για να την αλλάξουμε με την προσωπική μας ενέργεια, σε αντίθεση με τον τρόπο καλλιέργειας που ασκούμε πάνω σ’ αυτή τη φύση ανήκει στην ατομική μας ιδιοσυγκρασία».
Η γλώσσα λοιπόν για τον ποιητή είναι ένα οργανικό αισθητικό σύνολο, στο οποίο δεν μπορεί κανείς να επέμβει για να το αλλάξει, αλλά μόνο για να το αναδιατάξει, φέρνοντας στην επιφάνεια άδηλες πτυχές του. Η προσέγγιση λοιπόν του παρελθόντος δεν είναι μόνο ιστορική αλλά και αισθητική και η προοπτική του παρόντος δίνει μια νέα αισθητική αρμονία.
Ας δούμε τώρα μερικά από τα ποιήματα του Νομπελίστα ποιητή μας και να περιγράψουμε περιληπτικά αυτό που θέλει να μας πει με το δικό του τρόπο. Στην ποιητική του συλλογή «Μυθιστόρημα» υπάρχουν τα ποιήματα «Ορέστης», «Αργοναύτες», «Αστυάναξ», «Ανδρομέδα».
Στο ποίημα «Ορέστης» με τρόπο παραστατικό μας δίνεται η λαμπρή μορφή του, που θα συντριβεί στο τέλος μέσα στην κορύφωση μιας ξεχωριστής αρματοδρομίας. Ο Ορέστης ο Τρανός πάνω στο άρμα του θα αποσυντεθεί και η τραγική περιπέτειά του θα οδηγηθεί όχι στην τελική λύτρωσή του αλλά στο φόνο και στο αίμα.

 Εδώ μονολογεί εναγωνίως αναζητώντας διέξοδο:
«Οι αφροί των αλόγων με κτυπούν, τ’ άλογα
πότε θα αποστάσουν;
Τρίζει ο άξονας πυρώνει ο άξονας πότε ο άξονας θ’ ανάψει;
Πότε θα σπάσουν τα λουριά πότε τα πέταλα;
Θα πατήσουν μ’ όλο το πλάτος πάνω στο χώμα;»
«Ο Αργοναύτης» μας αποκαλύπτει μέσα από την περιγραφή μιας περιπλάνησης των συντρόφων ένα τραγικό αντιηρωικό πνεύμα. Στο σκηνικό του ποιήματος μπαίνει τώρα ο Μεγαλέξανδρος. Η μορφή του Μεγαλέξανδρου μυθοποιημένη τώρα παίρνει μία άλλη διάσταση.
Γίνεται  έκφραση μιας ζωντανής μνήμης με έμμεση αλλά συγκεκριμένη αναφορά στη συμφορά της Μικρασίας.
«Δυστυχισμένες γυναίκες κάποτε με όλο λυγμούς
κλαίγανε τα χαμένα τους παιδιά
κι άλλες αγριεμένες γύρευαν τον Μεγαλέξανδρο
και δόξες βυθισμένες στα βάθη της Ασίας».
Η αποτυχία της Μεγάλης Ιδέας εντάσσεται εδώ στο παιγνίδι του τραγικού, και με τον τρόπο αυτό στο σκοτεινό παιγνίδι της Ιστορίας.
Αναφέρει στο ποίημα IΒ:
«Εδώ μέσα στα βότσαλα βρήκαμε ένα νόμισμα
και το παίξαμε στα ζάρια
το κέρδισε ο μικρότερος και χάθηκε
ξαναμπαρκάραμε με τα σπασμένα μας κουπιά».
Μετά το «Μυθιστόρημα» ακολουθεί η «Γυμνοπαιδία» όπου εδώ ο ποιητής μας οδηγεί στη γυμνή αυστηρότητα ενός καινούριου τρόπου ζωής.
Το πρώτο ποίημα της Γυμνοπαιδίας είναι η «Σαντορίνη» όπου μας οδηγεί μέσα από τα βυθισμένα νησιά, στα βυθισμένα πατρώα εδάφη με την πικρή αίσθηση της αδικίας που βαραίνει αδιάκοπα αιώνες τώρα την αδιάκοπη μοίρα μας.
«Βρεθήκαμε γυμνοί στην αλαφρόπετρα
κοιτάζοντας τ’ αναδυόμενα νησιά
κοιτάζοντας τα κόκκινα νησιά να βυθίζουν
στον ύπνο τους, τον ύπνο μας.
Εδώ βρεθήκαμε γυμνοί κρατώντας τη ζυγαριά
που βάραινε κατά μέρος της αδικίας».
Στις «Μυκήνες», το δεύτερο ποίημα της Γυμνοπαιδίας, η ματαίωση, η φθορά και ο θάνατος βρίσκονται στην ψυχή μας.
Εδώ κυριαρχεί η μεθοδική καταστροφή που ακολουθεί ένα προκαθορισμένο δρόμο, ο όλεθρος είναι προσχεδιασμένος.

«Ξέρω πως δεν ξέρουν αλλά εγώ
που ακολούθησα τόσες φορές
το δρόμο από τον φονιά στο σκοτωμένο
από το σκοτωμένο στη πληρωμή
κι από την πληρωμή στο άλλο φόνο
είδα τα φίδια σταυρωτά με τις οχιές
πλεγμένα πάνω στην κακή γενιά
τη μοίρα μας».
Ο ποιητής επαναφορτίζει τη γλώσσα με τα συναισθήματά του και μας λέει με τρόπο χαρακτηριστικό:
«Γύρω από τη λέξη τη κοινή την χιλιοειπωμένη που μεταχειρίζεται ένας ποιητής υπάρχει πάντα ένα ιδιαίτερα συναισθηματικό στεφάνι. Αυτό είναι το βάρος της».
Ο Γιώργος Σεφέρης μας αφήνει την εντύπωση ότι η δημιουργική παρέμβαση του ανθρώπου πάνω στη γλώσσα περιορίζεται κυρίως στο ξαναδούλεμα και στην ανανέωση από τη σκοπιά παρωχημένων ή ανενεργών πτυχών της γλώσσας.
Στον ποιητικό λόγο του Σεφέρη ο χώρος και ο χρόνος είναι μορφές ύπαρξης των ανθρώπινων σχέσεων. Για την ακρίβεια διαμορφώνουν το πλαίσιο των ανθρώπινων- κοινωνικών σχέσεων οι οποίες δεν μπορούν να ιδωθούν ανεξάρτητα.
Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στο ποίημά του «Μυθιστόρημα IB»
«Τρεις βράχοι λίγα καμένα πεύκα κι ένα ρημοκλήσι
και παραπάνω
το ίδιο τοπίο αντιγραμμένο ξαναρχίζει
τρεις βράχοι σε σχήμα πύλης σκουριασμένοι
λίγα καμένα πεύκα μαύρα και κίτρινα
κι ένα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στον ασβέστη
και παραπάνω το ίδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτά
ως τον ορίζοντα ως τον ουρανό που βασιλεύει.
Εδώ αράξαμε το καράβι να ματίσουμε τα σπασμένα κουπιά
να πιούμε νερό και να κοιμηθούμε».
Αυτό το ποίημα έχει την χαρακτηριστική εικόνα της συμμετρίας. Εδώ είναι απόλυτα σαφές η διατήρηση των τριών συστατικών του τοπίου:
«βράχοι-πεύκα-ρημοκλήσι»
Στο επόμενο απόσπασμα από τη «Γυμνοπαιδία» παρουσιάζονται δύο διαφορετικές χωροχρονικές γεωγραφίες σε δύο διαφορετικούς τρόπους ζωής –αυθεντικό και μη.
Εδώ ο μετασχηματισμός από την αρχική εικόνα «αυθεντική» στην καινούρια «μη αυθεντική» έχει οδηγήσει σε μία διάρρηξη που ο ποιητής αναζητεί την αποκατάστασή της. Επιδιώκει να διατηρήσει την προσδοκία της αναζήτηση με την επαναλαμβανόμενη φράση «Κράτησα τη ζωή μου».
Ας δούμε λοιπόν ένα μέρος του ποιήματος αυτού:
«Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση
του φεγγαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ’ ασφοδίλια
το σταμνί που δεν ήθελε να στρέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσσια και στα
μαλλιά σου χρυσά.
Τ’ άστρα του κύκνου κι εκείνο τ’ άστρο ο Αλδεβαράν
[……………………………….]
Κράτησα τη ζωή μου, κράτησα τη ζωή μου
ταξιδεύοντας
ανάμεσα σε κίτρινα φύλλα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξυάς
καμμιά φωτιά στη κορυφή τους βραδιάζει».
Το ποίημα «Αλληλεγγύη» είναι ένα ποίημα πολιτικό μας δείχνει με τρόπο σαφή τα κενά του χρόνου του μεσοπολέμου και την αγωνία του ποιητή για τα δεινά που επέρχονται:
«Τα λόγια σας συνήθεια της ακοής
βουίζουν μέσα στα ξάρτια και περνάνε
μήπως πιστεύω πια στην ύπαρξη σας
μοιραίοι σύντροφοι ανυπόστατοι ίσκιοι.
Έχασε πια το χρώμα αυτός ο κόσμος
καθώς τα φύκια στ’ ακρογιάλι του άλλου χρόνου
γκρίζα ξερά και στο έλεος του ανέμου».
Ένα συγκλονιστικό ποίημα είναι το «Μνήμη του Μακρυγιάννη» λίγες μέρες πριν την κήρυξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου από τη μια μεριά είναι ο διαμελισμός της Πολωνίας και από την άλλη η φυσιογνωμία του Μακρυγιάννη που σάπιος από τις πληγές αρνείται να υποταχθεί στην τυραννία της εξουσίας, που εμφανίζεται στο ποίημα αυτό, φαιδρή ανιστόρητη και ηθικά απογυμνωμένη.
«Κι ο Μακρυγιάννης σάπιος από τις πληγές
δυο στο κεφάλι κι άλλες στο λαιμό και στο ποδάρι
το χέρι χωρίς κόκκαλα και σίδερα στη γαστέρα
για να κρατιούνται τ’ άντερα
γεμάτος όνειρα σαν το μεγάλο δέντρο
γράφοντας γράμματα στο θεό.
Τι είχε να κάνει με τους Πολωνούς ο Μακρυγιάννης;
με το κήρυγμα των Καρπονάρων
ή με τους Βαυαρούς ή με τους Φαναριώτες;
Ήταν ένας άντρας από ‘δω
γεννημένος σε μια ρεματιά σαν το σκίνο
κι ο μοίραρχος Πτολεμαίος».
Στο ποίημα «Ο Βασιλιάς της Ασίνης» καταγράφει το αδιέξοδο της ζωής μας που μας οδηγεί σε ένα οριστικό ναυάγιο μέσα από τις μνήμες που μας πολιορκούν και τα χαμένα όνειρα μας.
«Και το πουλί που πέταξε τον άλλο χειμώνα
με σπασμένη φτερούγα
σκήνωμα ζωής
κι η νέα γυναίκα που έφυγε να παίξει
με τα σκυλόδοντα του καλοκαιριού
κι η ψυχή που γύρεψε τσιρίζοντας τον κάτω κόσμο
κι ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο που παρασέρνει
ο χείμαρρος του ήλιου
με τα αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη».
Στο παραπάνω ποίημα η εμπειρία χάνει τη δύναμή της δίνοντας τη θέση του σε μια διαισθητική επικοινωνία με το παρελθόν.
Η διαίσθηση εδώ βρίσκεται στους αντίποδες της αποστασιοποιημένης αντικειμενικότητας, εφόσον εδώ πλέον το ζητούμενο δεν είναι η ιστορική επαλήθευση όσο η ζωντανή επικοινωνία.
Στο ποίημα του «Αφήγηση» που ανήκει στη συλλογή «Ημερολόγιο Καταστρώματος Α» σε μια εποχή κρίσιμη στην αρχή του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου χαρακτηρίζεται από ελευθερία στίχου, ενώ το ποιητικό μέρος πλησιάζει τον πεζό καθημερινό λόγο.
Ο Γιώργος Σεφέρης είναι μοντερνιστής ποιητής από τους κυριότερους εκπροσώπους της γενιάς του ’30.
Στο ποίημα αυτό κυριαρχούν η μοναξιά και τα ψυχικά αδιέξοδα του σύγχρονου ανθρώπου
«Αυτός ο κόσμος πηγαίνει μόνος του,
κανείς δεν ξέρει να πει γιατί
κάποτε νομίζουν πως είναι οι χαμένες αγάπες
σαν αυτές που μας βασανίζουν το καλοκαίρι με τα γραμμόφωνα
………………………………………………..
μηχανή μιας απέραντης οδύνης που κατάντησε
να μην έχει σημασία
άλλοι τον άκουσαν να μιλά μοναχό
καθώς περνούσε
τον συνηθίσαμε δεν αντιπροσωπεύει τίποτε,,
σαν όλα τα πράγματα που έχετε συνηθίσει
τον συνηθίσαμε είναι καλοβαλμένος και ήσυχος
σαν όλα τα πράγματα που έχετε συνηθίσει».
Εδώ ο στίχος είναι ελεύθερος, η γλώσσα καθημερινή και πλησιάζει τον πεζό λόγο, αφού δεν τηρείται ο κανόνας της ομοιοκαταληξίας. Το παρελθόν του ανθρώπου παρουσιάζεται κατακερματισμένο και σκληρό.
Η «Κίχλη» είναι ένα ποίημα πολιτικό, πολυδύναμο που η υποδομή του δεν είναι άλλη από τη θλιβερή ματαίωση του Ελληνισμού μέσα από μια εμφύλια σφαγή. Το ποίημα ξεκινά με «το σπίτι κοντά στη θάλασσα», ένα σπίτι που οδηγεί τον ποιητή σε μνήμες ξεριζωμού σφαγής και οδύνης σε μνήμες πολέμου.
«Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν
Έτυχε ναναι τα χρόνια δίσεκτα, πόλεμοι
 χαλασμοί, ξενιτεμοί,
κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά
κάποτε δεν τα βρίσκει, το κυνήγι ήταν
καλό στα χρόνια μου, πήραν πολλούς τα σκάγια
οι άλλοι γυρίζουν, ή τρελλαίνονται στα καταφύγια».
Στο τελευταίο μέρος της αναφοράς μας για τον Γιώργο Σεφέρη θα γράψουμε λίγα λόγια για την Κύπρο –επίκαιρο θέμα-, όπου ο ποιητής την επισκέφθηκε πολλές φορές και την αγάπησε με πάθος.
Να τι αναφέρει για τις Πλάτρες:
«Τ’ αηδόνια δεν σ’ αφήνουν να κοιμηθείς στις Πλάτρες
Αηδόνι  ντροπαλό μες στον ανασασμό των φύλλων
συ που δωρίζεις τη μουσική δροσιά του δάσους
στα χωρισμένα σώματα και στις ψυχές
αυτών που ξέρουν πως δεν θα γυρίσουν
τυφλή φωνή που ψηλάφισε μέσα στη νυχτωμένη μνήμη
βήματα και χειρονομίες δεν θα τολμούσα να πω φιλήματα
και το πιο πικρό τρικύμισμα της ξαγριεμένης σκλάβας».
Το τελευταίο ποίημα του Γιώργου Σεφέρη που γράφτηκε το 1971, το «Επί Ασπαλάθων» είναι πολιτικό. Θέμα του εδώ είναι η τυραννία. Ο ποιητής κρατάει αποστάσεις από τα πολιτικά πράγματα όντας κουρασμένος και αηδιασμένος από τους πολιτικούς χειρισμούς. Η κάθαρση θα πραγματοποιηθεί από τις δυνάμεις του πάθους που δυναστεύουν τη ζωή μας.
«Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού
πάλι με την άνοιξη
………………………………………….
Στου Σουνίου θα καθίσω το μαρμάρινο βράχο
συντροφιά μου τα κύματα του Αιγαίου θα κάνω
……………………………………………
Τον έδεσαν χειροπόδαρα μας λέει
τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπαλάθους
και πήγαν και τον πέταξαν στο Τάρταρο κουρέλι
Έτσι στο κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
ο Παμφύλιος Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος».


ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΟΥΝΤΟΥΛΑΚΗΣ

Πάμπλο Νερούδα, o αιώνια ερωτευμένος ποιητής



Πάμπλο Νερούδα, o αιώνια ερωτευμένος ποιητής
Σαν σήμερα, στις 23 Σεπτεμβρίου 1973, λίγες μέρες μετά τη δολοφονία του Αλιέντε και των συνεργατών του, ο Νερούδα αφήνει την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο


   Ο Πάμπλο Νερούδα, του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Ρικάρντο Νεφταλί Ελιέθερ Ρέγιες Μποσοάλτο, γεννήθηκε στις 12 Ιουλίου 1904 στην πόλη Παράλ της Χιλής. Λίγο μετά τη γέννησή του, πεθαίνει η μητέρα του Ρόσα και ο πατέρας του Χοσέ, εργάτης των σιδηροδρόμων, μετακομίζει στην πόλη Τεμούκο όπου ξαναπαντρεύεται. Το όνομα «Πάμπλο Νερούδα», προς τιμήν του Τσέχου ποιητή Γιαν Νερούντα, αποτελεί το φιλολογικό ψευδώνυμο του από την ηλικία των 20, όνομα το οποίο αργότερα νομιμοποιεί.
Δείτε το αφιέρωμα της ΕΡΤ3


 Στην επιμέλεια του αφιερώματος της ΕΡΤ3 είναι η Βασιλική Κονιτοπούλου και ο Χρήστος Αβραμίδης
Από τα δέκα του γράφει ποιήματα και στα δεκαπέντε δημοσιεύει μάλιστα στίχους στο τοπικό περιοδικό «La Mañana». Το 1919 αποσπά το τρίτο βραβείο για το ποίημά του «Nocturno ideal». Το 1921 ξεκινάει σπουδές παιδαγωγικής και γαλλικών στο Πανεπιστήμιο της Χιλής, στην πρωτεύουσα Σαντιάγο. Κερδίζει το πρώτο βραβείο για το ποίημά του «La canción de fiesta» που αργότερα δημοσιεύεται. Το 1923 δημοσιεύει το «Crepusculario», έργο που αναγνωρίζεται από λογοτέχνες όπως τον Αλόνε, τον Ραούλ Σίλβα Κάστρο και Πέδρο Πράδο. Τον επόμενο χρόνο δημοσιεύεται το έργο του «Veinte poemas de amor y una canción desesperada», έργο που χαρακτηρίζεται από τα καλύτερά του. Το νέο φαινόμενο της λατινοαμερικανικής ποίησης γίνεται αμέσως εμφανές στους λογοτεχνικούς κύκλους.
Μεταξύ 20 και 25 ετών, ο ποιητής ολοκληρώνει έξι ακόμα έργα που αποκαλύπτουν τις υπαρξιακές του ανησυχίες αλλά και την ιδιαίτερη παραγωγικότητά του. Το 1927, σε ηλικία 23 ετών ξεκινάει η διπλωματική του καριέρα. Ως διπλωματικός σύμβουλος ταξιδεύει στη Βιρμανία, το Μπουένος Άιρες, τη Βαρκελώνη, την Κευλάνη, τη Μαδρίτη, την Ιάβα. Στην Ιάβα γνώρισε και παντρεύτηκε την Ολλανδέζα Μαρύκα Αντονιέτα Χάγκενααρ Βόγκελζανγκ, με την οποία χώρισε μετά από έξι χρόνια, κατά τη θητεία του στην Ισπανία. Εκεί, γνωρίζει την μετέπειτα σύζυγό του Αργεντίνα, Ντέλια ντελ Καρρίλ.
Οι εμπειρίες του από τα ταξίδια του, τα απολυταρχικά καθεστώτα τα οποία βλέπει και τα μαρτύρια του λαού που στενάζει σε ολόκληρο τον κόσμο, σε συνδυασμό με την δολοφονία του φίλου του και επίσης ποιητή, Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα,  του προκαλούν βαθιά αγανάκτηση και στις αρχές της δεκαετίας του 1940 μπαίνει στο κομουνιστικό κόμμα. Το 1945, ο Πάμπλο Νερούδα λαμβάνει το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας. Τα έργα του γίνονται ολοένα και πιο πολιτικά, με αποκορύφωμα το «Canto General». Με την απαγόρευση του κομουνισμού στη Χιλή, ο Νερούντα πλέον καταζητείται. Για μήνες κρύβεται στην ίδια του τη χώρα, ώσπου καταφέρνει να διαφύγει στην Αργεντινή και από εκεί στην Ευρώπη, όπου έζησε εξόριστος από το 1948 ως το 1952. Στην εξορία γνώρισε την Ματίλντε Ουρούτιε, τη Χιλιανή τραγουδίστρια που θα αποτελέσει τη «μούσα» του έως το τέλος της ζωής του.
To 1953 ο Νερούντα παραλαμβάνει το βραβείο Στάλιν. Είναι ακόμα πιστός στο κόμμα, αλλά σύντομα, μετά τις αποκαλύψεις για τα εγκλήματα του καθεστώτος του Στάλιν από τον Χρούστσεφ, η πίστη του δέχεται ισχυρό πλήγμα που αποτυπώνεται στη συλλογή του «Εxtravagario» του 1958. Εγκαθίσταται μόνιμα στην Isla Negra αλλά συνεχίζει τα ταξίδια σε ολόκληρο τον κόσμο. Με την εκλογή του Σαλβαδόρ Αλιέντε ως πρόεδρο της Χιλής, ο Νερούδα διορίζεται πρέσβης στο Παρίσι (1970-1972). Το 1971, ένα χρόνο μετά την τιμητική διάκριση του Έλληνα ποιητή Γιώργου Σεφέρη , η Σουηδική Ακαδημία απονέμει το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας στον Χιλιανό Πάμπλο Νερούντα, που ήδη πάσχει από καρκίνο. Τάσσεται υπέρ του Αλιέντε και στηρίζει την προεκλογική του εκστρατεία.
Ωστόσο, στις 23 Σεπτεμβρίου 1973, λίγες μέρες μετά τη δολοφονία του Αλιέντε και των συνεργατών του, ο Νερούδα αφήνει την τελευταία του πνοή στο νοσοκομείο. Το καθεστώς του Αγκούστο Πινοσέτ απαγορεύει να γίνει η κηδεία του ποιητή δημόσιο γεγονός. Ωστόσο, δεκάδες χιλιάδες κόσμου συρρέουν στην πρωτεύουσα της χώρας για να συνοδεύσουν τον αγαπημένο ποιητή στην τελευταία του κατοικία και, αναπόφευκτα, η κηδεία του Νερούδα γίνεται η πρώτη δημόσια διαμαρτυρία ενάντια στη στρατιωτική δικτατορία της Χιλής. Τα έργα του παρέμειναν απαγορευμένα στη Χιλή μέχρι και το 1990.
Ο ίδιος είπε για το έργο του και την ποίηση: «Έχω για τη ζωή μιαν αντίληψη δραματική και ρομαντική. Ο,τι δεν αγγίζει βαθιά την ευαισθησία μου δεν με ενδιαφέρει. Όσον αφορά την ποίηση, στην πραγματικότητα καταλαβαίνω πολύ λίγα πράγματα. Γι' αυτό συνεχίζω με τις αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. Ίσως απ' αυτά τα φυτά, τη μοναξιά, τη σκληρή ζωή, βγαίνουν οι μυστικές, αληθινά βαθιές "Ποιητικές Πραμάτειες" που κανείς δεν μπορεί να διαβάσει, γιατί κανείς δεν τις έγραψε. Η ποίηση διδάσκεται βήμα βήμα ανάμεσα στα πράγματα και στις υπάρξεις, χωρίς να τα χωρίσουμε, αλλά ενώνοντάς τα με την ανιδιοτελή απλωσιά της αγάπης».


Πηγές: LosPoetas.com, Wikipedia.org, nobelprize.org, biografiasyvidas.com