Πρόγραμμα κάλπης εκλογών ΠΚΕ


Πολιτιστικό κεντρο εργαζομενων οτε

Νομού Αττικής


ΕΦΟΡΕΥΤΙΚΗ  ΕΠΙΤΡΟΠΗ
ANAKOINΩΣΗ    ΑΡΙΘΜΟΣ 3      Αθήνα, 19/3/2012
 ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ  ΕΚΛΟΓΩΝ
Συνάδελφοι,
Οι εκλογές για την ανάδειξη οργάνων του Πολιτιστικού μας Κέντρου   (Διοικητικό Συμβούλιο - Εφορευτική  Επιτροπή - Ελεγκτική Επιτροπή - Γ.Α.Σ. ) θα γίνουν από 26 μέχρι και  30 / 3 / 2012.
Το πρόγραμμα κίνησης της κάλπης είναι:
è ΔΕΥΤΕΡΑ 26/3/2012
08.00 - 10.30
11.30 - 13.00
14:00 - 19:00
ΠΑΡΝΗΘΑ (Αποθήκες)
ΣΥΠΑ (Ιεροσολύμων)
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΜΕΓΑΡΟ
è ΤΡΙΤΗ 27/3/2012                
07.30 - 09.30
10.00 – 11.30
12:30 – 18:00
ΘΗΒΩΝ 42 (Λεύκα)
ΠΕΙΡΑΙΑΣ (Καραολή & Δημητρίου)
COSMOTE (Αχαρνών) 
è ΤΕΤΑΡΤΗ 28/3/2012
08.00 – 19.00
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΜΕΓΑΡΟ


è ΠΕΜΠΤΗ  29/3/2012
08.00 – 15.00
15.30 – 19.30
ΚΑΛΛΙΘΕΑ (Πρώην Σχολές ΟΤΕ)
ΝΥΜΑ (3ης Σεπτεμβρίου)
è ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 30/3/2012
08.00 – 19.00
ΝΥΜΑ (3ης Σεπτεμβρίου)
·      Δικαίωμα ψήφου έχουν οι συνάδελφοι που έγιναν μέλη του Πολιτιστικού Κέντρου μέχρι την 26/12/2011 και υπηρετούν στο Νομό Αττικής.
·     Η ψηφοφορία θα γίνεται με την επίδειξη:  Αστυνομικής ή υπηρεσιακής ταυτότητας    ή  Δελτίου μέλους του Πολιτιστικού Κέντρου  ή  Βιβλιαρίου Υγείας του ΤΑΠ – ΟΤΕ
Ο Πρόεδρος
Καλύβας Γεώργιος
Ο Γραμματέας
Αϊβατζίδης Ιωάννης
Για την Εφορευτική Επιτροπή
Δημάρατος Ηλίας, Κροσάρης Ηλίας, Μουστής Γεώργιος, Σιαχάμης Ηλίας, Σπηλιωτάκος Βασίλειος

Οθωμανική περίοδος και 1821 στον κινηματογράφο

Αναδημοσίευση από την Αυγή

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΤΑΘΗ*

Είναι κοινή αίσθηση ότι οι κινηματογραφικές ταινίες με θέμα την επανάσταση του 1821 είναι πολύ λίγες. Ωστόσο, η διερεύνηση της ελληνικής φιλμογραφίας κατέδειξε 27 ταινίες που αφορούν στο Εικοσιένα και στην προγενέστερη οθωμανική περίοδο. Από αυτές, οι 15 αναφέρονται στην επανάσταση (έστω και αν ορισμένες επικεντρώνονται στην περίοδο προετοιμασίας της επανάστασης και τελειώνουν με την έναρξή της), οι 11 αφορούν σε προεπαναστατική περίοδο (από τις οποίες τουλάχιστον 5 στα χρόνια του Αλή πασά), και μία επικεντρώνεται στη στάση του οθωνικού καθεστώτος απέναντι στους αγωνιστές.
Ο συνολικός αριθμός είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό των ταινιών που αφορούν στην αρχαιότητα ή στο Βυζάντιο, είναι όμως υποπολλαπλάσιος των ταινιών φουστανέλας ή αυτών που επικεντρώνονται στα ιστορικά του εικοστού αιώνα και ιδιαίτερα της δεκαετίας 1940-1950. Τα πολεμικά γεγονότα της τραγικής δεκαετίας, ζωντανά στη λαϊκή μνήμη μέχρι πρόσφατα, και το ακριβότερο οικονομικό μέγεθος για το γύρισμα μιας ταινίας εποχής, συνιστούν ερμηνευτικές πλευρές αυτής της δυσαναλογίας. Εξάλλου, οι αλλαγές του μεσοπολέμου και της δεκαετίας του 1940 σε όλο το φάσμα της ζωής (πολιτική γεωγραφία, ιδεολογικές διαιρέσεις, κοινωνική κινητικότητα, εξαστισμός, οικονομικές δομές) συνιστούν ισχυρότερες τομές που καθορίζουν την κοινωνική θέση και ταυτότητα των ατόμων στη μεταπολεμική ελληνική κοινωνία. Και τούτο μολονότι η λογοκρισία δεν επιτρέπει παρά μια διαθλασμένη μεταφορά αυτών των εμπειριών στο πανί. Αντίθετα, και παρά το γεγονός ότι το Εικοσιένα συνιστά την ιδρυτική θεμελίωση του ελληνικού έθνους και κράτους, η κοινωνία που προέκυψε από την επανάσταση μοιάζει πλέον πολύ μακρινή και διαφορετική από τη μεταπολεμική Ελλάδα.
Από τις 27 ταινίες οι 4 γυρίστηκαν στο μεσοπόλεμο και οι σχετικές πληροφορίες είναι ελάχιστες και αντιφατικές. Η παραγωγή τους στα χρόνια 1926 και 1929 πιθανόν σχετίζεται με την εκατονταετηρίδα από την επανάσταση, που, λόγω της μικρασιατικής εκστρατείας, γιορτάστηκε το 1930. Στο διάστημα 1945-1974 γυρίστηκαν 19 ταινίες, με πρώτη το ντοκιουντράμα «Εξόρμησις» (1945 σκηνοθεσία: Γιάννης Χριστοδούλου), που αφορά όλο το διάστημα από την επανάσταση μέχρι και τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Στην περίοδο αυτή παρουσιάζονται δύο πυκνώσεις: η παραγωγή τεσσάρων ταινιών το 1959 εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση παραγωγής ταινιών ορεινής περιπέτειας και αγροτικών δραματικών ειδυλλίων ήδη από το 1955. Το ιστορικό ρομάντζο είναι κυρίαρχο και στις τέσσερις αυτές ταινίες (δύο για τον Αλή πασά και την κυρά Φροσύνη και από μία για το Σούλι και τη Μπουμπουλίνα). Πιθανότατα επίσης σχετίζονται με την όξυνση του κυπριακού προβλήματος την ίδια περίοδο. Η επόμενη πύκνωση παρατηρείται στο διάστημα 1970-1972 και σχετίζεται προφανώς με την επέτειο των 150 χρόνων από την επανάσταση. Τέλος, 4 ταινίες γυρίστηκαν μετά το 1974.
Αρκετές από τις ταινίες της μεταπολεμικής περιόδου αποτελούν φτηνές παραγωγές, που ανήκουν ουσιαστικά στον τύπο του δραματικού ειδυλλίου και στοχεύουν κυρίως στο ευρύ κοινό της επαρχίας. Οι ιστορικές αναφορές σε αυτές τις ταινίες παίζουν δευτερεύοντα ρόλο. Γενικότερα, το ιστορικό ρομάντζο συνιστά βασικό στοιχείο των περισσότερων ταινιών: π.χ. τρεις ταινίες αποτελούν κινηματογραφικές μεταφορές του δραματικού ειδυλλίου «Εσμέ η τουρκοπούλα» του Σπυρίδωνα Περεσιάδη, δύο πραγματεύονται το ειδύλλιο της Φροσύνης με τον Μουχτάρ, γιο του Αλή πασά, μία επικεντρώνει στη σχέση της Μαντώς Μαυρογένους με τον Δημήτριο Υψηλάντη. Η ιστορική διαχείριση του έρωτα και του γάμου είναι αναχρονιστική και απηχεί περισσότερο σύγχρονες κοινωνικές αντιπαραθέσεις σε μια ολοένα αστικοποιούμενη κοινωνία: ο αποφασιστικός ή μη ρόλος των γονέων στην επιλογή συζύγου, η ερωτική σχέση και ο γάμος μεταξύ ατόμων από διαφορετικά και άνισα κοινωνικά στρώματα, οι προγαμιαίες σχέσεις κλπ.
Έχει υποστηριχθεί ότι οι ταινίες για το Εικοσιένα εκφράζουν μια κοινή ιδεολογία, αναπαράγοντας τα στερεότυπα της επίσημης ιστορίας, γνωστά από τα σχολικά βιβλία και τις εθνικές επετείους. Μια ενδελεχέστερη ματιά όμως υποδεικνύει ότι στις εν λόγω ταινίες μπορούν να εντοπιστούν σημαντικές αποκλίσεις. Οπωσδήποτε συνιστά κοινό τόπο η άποψη ότι οι Ρωμιοί της οθωμανικής περιόδου είχαν συγκροτημένη ελληνική εθνική ταυτότητα και απλώς περίμεναν την ώρα του ξεσηκωμού, το «πλήρωμα του χρόνου», έννοια που προέρχεται από την θρησκευτική αντίληψη της θείας πρόνοιας.
Σε αυτό δεν διαφοροποιούνται ούτε οι ταινίες αριστερής απόχρωσης: παρά τις τομές του μεσοπολέμου, η αριστερή μεταπολεμική ιστοριογραφία διολισθαίνει συνεχώς σε εθνικιστικές θέσεις, απόρροια εν πολλοίς του εθνικού αντιστασιακού χαρακτήρα του ΕΑΜ, αλλά και των αναγκών που προκύπτουν από την αντιπαράθεση με την εμφυλιακή ιδεολογία της εθνικοφροσύνης ή από την έξαρση του κυπριακού. Έτσι, ούτε οι αριστερής προέλευσης ταινίες πραγματεύονται το ζήτημα της συγκρότησης της εθνικής ταυτότητας και, συνακόλουθα, τις ιδεολογικές προϋποθέσεις της επανάστασης. Μοναδική εξαίρεση, η λανθάνουσα και έμμεση αμφισβήτηση του ενιαίου του ελληνικού έθνους στην ταινία «Βαβυλωνία» (1970) του Γιώργου Διζικιρίκη. Βασισμένος στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Δ. Βυζάντιου, ο Διζικιρίκης παρουσιάζει τις κωμικές παρεξηγήσεις που προκύπτουν, όταν την επαύριο της ναυμαχίας του Ναβαρίνου βρίσκονται, συγκεντρωμένοι σε μια λοκαντιέρα στο Ναύπλιο, Ρωμιοί από διάφορες περιοχές με σημαντικές γλωσσικές και πολιτισμικές διαφορές.
Η αντιπαράθεση μεταξύ αριστερής και δεξιάς ιστοριογραφίας μεταπολεμικά επικεντρώνεται στην ταξική πάλη στην οθωμανική και την επαναστατική περίοδο. Σχηματικά, η αριστερά θεωρεί ότι οι κοτζαμπάσηδες και οι Φαναριώτες συνεργάζονται με τους Τούρκους και καταπιέζουν τους αγρότες. Οι κλέφτες και οι αρματολοί συνιστούν κίνημα αντίστασης, τόσο στην ταξική όσο και στην εθνική κυριαρχία. Στην επανάσταση οι κοτζαμπάσηδες και οι Φαναριώτες συμμαχούν με τους μεγαλοκαραβοκυραίους των νησιών και, για να διατηρήσουν τα κεκτημένα τους, ξεπουλούν στις ξένες μεγάλες δυνάμεις το λαϊκό επαναστατικό αγώνα που έχει μπροστάρηδες τους καπεταναίους των κλεφταρματολών. Για τη δεξιά ιστοριογραφία ενιαίο το ελληνικό έθνος αντιστέκεται και επαναστατεί ενάντια στον κατακτητή. Αυτή η προσέγγιση αποτυπώνεται, σαφώς ή λανθανόντως, στις περισσότερες από τις ταινίες, όχι όμως σε όλες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της δεξιάς οπτικής συνιστά η ταινία «Σταυραετοί» (1963, σκηνοθεσία Παναγιώτης Κωνσταντίνου, σενάριο: Νίκος Φώσκολος). Ενώ σε όλη τη διάρκεια της ταινίας ο προεστός εμφανίζεται να τα έχει καλά με τους Τούρκους, στο τέλος αποκαλύπτεται ότι είναι ο επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας στην περιοχή, ενισχύοντας μυστικά τους κλέφτες μέσω του ηγουμένου ενός μοναστηριού. Στο τέλος όλοι αυτοί ενωμένοι συμμετέχουν στην επανάσταση. Αντίθετα, στην ταινία του Γιώργου Πετρίδη «Σαράντα παλικάρια» (1961) οι κλέφτες αγωνίζονται εναντίον των Τούρκων αλλά και του πλούσιου κοτζάμπαση που καταπιέζει τους χωρικούς παίρνοντας πολύ παραπάνω από τα δοσίματα που απαιτούν οι Τούρκοι. Αρνητικά πρόσωπα στην ταινία είναι ο προδότης, κολίγος του προεστού, και ένας κλέφτης που βγήκε στο βουνό για ιδιοτελείς σκοπούς. Στη «δίκη των δικαστών» (1974, Πάνος Γλυκοφρύδης) το βαυαρικό καθεστώς σε συνεργασία με τους φαναριώτες, Μαυροκορδάτο και Σχινά, και τον Κωλέττη, καταδιώκει τους ηγέτες της επανάστασης Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα, με στόχο να στερεώσει την πολιτική κυριαρχία και την οικονομική εκμετάλλευση του ελληνικού έθνους. Είναι εμφανείς εδώ οι αναλογίες με το χουντικό καθεστώς που στηρίζεται από την αμερικανική πολιτική.
Όπως έχει δείξει ο Πολυμέρης Βόγλης, αναλύοντας τον εμφύλιο πόλεμο του 1946-49 στον κινηματογράφο, κατά την περίοδο της δικτατορίας παράγεται μια ερμηνεία που εκφράζει το χουντικό καθεστώς: υπεύθυνοι για τον εμφύλιο είναι οι πολιτικοί που υπηρετούν ξένα συμφέροντα, σε αντίθεση με τους στρατιωτικούς που μοχθούν για την εθνική συμφιλίωση. Δύο από τις αρτιότερες τεχνικά κινηματογραφικές παραγωγής για το Εικοσιένα της δικτατορικής περιόδου εκφράζουν μια αντίστοιχη ιδεολογία. Στον «Παπαφλέσσα» (1971, Ερρίκος Ανδρέου) και στη «Μαντώ Μαυρογένους» (1971, Κώστας Καραγιάννης) οι πολιτικοί για λόγους ιδιοτέλειας και φιλοδοξίας έσπρωξαν στην εμφύλια σύγκρουση τον αγώνα του Εικοσιένα με κίνδυνο να χαθεί η επανάσταση. Οι στρατιωτικοί, αντίθετα, αποτελούν τους θετικούς ήρωες της επανάστασης που αγωνίζονται να ξεπεράσουν τη διχόνοια, ενώ παράλληλα διεξάγουν τον πόλεμο εναντίον των Τούρκων. Πρόκειται για έναν λαϊκιστικό λόγο που συναντά παλαιότερες εκδοχές λαϊκισμού τόσο δεξιάς όσο και αριστερής προέλευσης.
Στις λίγες ταινίες που ασχολούνται με τις εν λόγω ιστορικές περιόδους μετά το 1974, οι δημιουργοί μεταστρέφουν το ενδιαφέρον τους από τα ηρωικά γεγονότα στην ψυχολογία των προσώπων και στα διλήμματα που αντιμετωπίζουν. Ο Ν. Κούνδουρος στον «Μπάιρον» (1992) διερευνά τις εσωτερικές αντιφάσεις του ποιητή ως παράδειγμα παγκόσμιου επαναστάτη. Στην ταινία, ωστόσο, η πλειονότητα των ξένων που ήλθαν να μετάσχουν στον αγώνα είχαν ιδιοτελείς σκοπούς. Ο Δήμος Θέος στον «Καπετάν Μεϊντάνο» (1987) εξετάζει τις διαδρομές δημιουργίας του θρύλου ενός κλεφτοκαπετάνιου του 17ου αιώνα. Στο «Μαύρο λιβάδι» (2009) ο Βαρδής Μαρινάκης διερευνά τα ερωτικά αδιέξοδα σε μια κοινωνία πολλαπλών απαγορεύσεων όπως είναι ο Μοριάς του 17ου αιώνα. Οπωσδήποτε τα έργα αυτής της τελευταίας περιόδου είναι ανοιχτά σε περισσότερες αναγνώσεις.


*Ο Παναγιώτης Στάθης είναι ιστορικός

Μαγιακόφσκι… Μαγιακόφσκι

Μαγιακόφσκι… Μαγιακόφσκι   -   Ποιητικό καμπαρέ


Οι “Ανήσυχοι Θεατρίνοι” παρουσιάζουν την Δευτέρα 19 Μαρτίου στις 9 μμ, στο  κινηματοθέατρο ΤΡΙΑΝΟΝ Κοδρικτώνος 21 (Πατησιων 101 – Μετρό Βικτώρια) , σε συνεργασία με την Κίνηση κατοίκων της 6ης Δημοτικης Κοινότητας  την παράσταση “Μαγιακόφσκι… Μαγιακόφσκι”. Ένα ποιητικό και μουσικό ταξίδι μέσα από τα ερωτικά γράμματα του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι προς την αγαπημένη του Λίλιαν Μπρικ. Η ερωτική του αλληλογραφία αρχίζει το 1918, με τα πρώτα του ταξίδια, και σκιαγραφεί τον μεγάλο του έρωτα μέχρι το θάνατό του το 1930.
Το έργο έχει τη μορφή “ποιητικού καμπαρέ”: τα γράμματα του ποιητή πλαισιώνονται από τα σημαντικότερα ποιήματά του, από χορούς που παραπέμπουν στις χώρες που επισκέφτηκε (Ρωσία, Γαλλία, Γερμανία, Μεξικό, Αμερική) και από τραγούδια και μουσικές που γράφτηκαν ειδικά για την παράσταση. Παράλληλα, προβάλλεται ένα βίντεο που ζωντανεύει τη δράση του Μαγιακόφσκι και τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις του.
Με την παράσταση αυτή αναδεικνύονται τα γεγονότα που σημάδεψαν τις αρχές του 20ού αιώνα, η ποιητική και καλλιτεχνική αναγέννηση που συντελέστηκε μέσα από τα έργα των φουτουριστών και των σουρεαλιστών τη δεκαετία του ’20, καθώς και η συμμετοχή του ποιητή στους πολιτικούς και πνευματικούς αγώνες της εποχής.
Οι επιστολές έχουν μεταφραστεί από την Αθηνά Κεφαλά (από τα γαλλικά), ενώ τα ποιήματα είναι σε μετάφραση Γιάννη Ρίτσου και Νίκου Παπανδρέου.
Σκηνοθεσία, διασκευή, χορογραφίες: Αθηνά Κεφαλά
Παίζουν οι ηθοποιοί: Τατιάνα Άρκου, Μαρία Μαυροματάκη, Χάρης Φλέουρας
Σύνθεση και κιθάρα: Καρλ Κοτζαμάνης
Φλάουτο: Γιούλα Ντούσικου
Επεξεργασία κινηματογραφικού υλικού: Καλομοίρα Τσιμάρα

Η Δόμνα Σαμίου δεν είναι πια κοντά μας


  Η Δόμνα Σαμίου γεννήθηκε στις 12 Οκτωβρίου 1928 στην Καισαριανή της Αθήνας και πέθανε στις 10 Μαρτίου 2012. Οι γονείς της ήταν μικρασιάτες πρόσφυγες από το Μπαϊντίρι, χωριό της περιοχής της Σμύρνης. H μητέρα της ήρθε στην Ελλάδα το 1922, ο πατέρας της, αιχμάλωτος στρατιώτης, λίγο αργότερα, με την Ανταλλαγή. Έζησε τα παιδικά της χρόνια μέσα στις απάνθρωπες αλλά παράλληλα πολύ ανθρώπινες και αλληλέγγυες συνθήκες της προσφυγιάς, κι εκεί απέκτησε τα λαϊκά ερείσματα της προσωπικότητάς της και την ατόφια συμμετοχικότητά της. Στο περιβάλλον αυτό είχε τα πρώτα μουσικά της ακούσματα απ’ τα οποία και πήγασε η αγάπη της για την παραδοσιακή μουσική.

Σε ηλικία 13 ετών η Δόμνα Σαμίου έχει την πρώτη διδακτική επαφή με τη βυζαντινή και τη δημοτική μουσική αλλά και με τη λογική της επιτόπιας έρευνας, μαθητεύοντας κοντά στον Σίμωνα Καρά, στο «Σύλλογο προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής», ενώ παράλληλα φοιτά στο νυχτερινό Γυμνάσιο.
Ως μέλος της χορωδίας του Σίμωνα Καρά αρχίζει η σχέση της και με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας/Ε.Ι.Ρ όπου αργότερα, το 1954, προσλαμβάνεται στο Τμήμα Εθνικής Μουσικής. Από τη θέση αυτή γνωρίζει τους σημαντικότερους λαϊκούς μουσικούς, οι οποίοι την εποχή εκείνη της εσωτερικής μετανάστευσης συρρέουν στην Αθήνα απ’ όλες τις περιοχές της Ελλάδας, και τους οποίους το ΤΕΜ ηχογραφεί για τις εκπομπές του. Έτσι η Δόμνα εξοικειώνεται με όλα τα τοπικά μουσικά ιδιώματα. Παράλληλα κάνει μουσική επιμέλεια σε εκδόσεις δίσκων, θεατρικές εκπομπές, κινηματογραφικές ταινίες. Το 1963 αρχίζει τα ταξίδια της στην επαρχία για επιτόπιες καταγραφές και συγκέντρωση μουσικού υλικού για το προσωπικό της αρχείο με δικά της μηχανήματα.
Το 1971 παραιτείται από την Ραδιοφωνία. Την ίδια χρονιά-σταθμό αποδέχεται την πρόσκληση του Διονύση Σαββόπουλου και πρωτοεμφανίζεται στο νεανικό και αντιχουντικό Ροντέο, δίνοντας μια μεγάλη έκτοτε στροφή στη σχέση των νέων με την παραδοσιακή μουσική. Τις σημαντικές αυτές εμφανίσεις ακολουθεί η συμμετοχή στο Φεστιβάλ Μπαχ στο Λονδίνο, οργανωμένο από τη Λίλα Λαλάντη. Η λαμπρή καλλιτεχνική καριέρα της Δόμνας Σαμίου έχει ξεκινήσει θριαμβευτικά. «Πέρασε η ντροπή που είχαν για το δημοτικό τραγούδι», όπως δηλώνει σε συνέντευξή της η ίδια.
Το 1974 αρχίζει η συνεργασία με την Columbia και οι αλλεπάλληλες εκδόσεις LP. Το 1976-77 με σκηνοθέτες τον Φώτο Λαμπρινό και τον Ανδρέα Θωμόπουλο γυρίζουν στην ελληνική επαρχία είκοσι επεισόδια για την εκπομπή της ΕΡΤ «Μουσικό οδοιπορικό».

Το 1981 ιδρύεται ο Καλλιτεχνικός Σύλλογος Δημοτικής Μουσικής - Δόμνα Σαμίου με σκοπό την διάσωση και προβολή της παραδοσιακής μουσικής και κυρίως την έκδοση δίσκων και τη διοργάνωση εκδηλώσεων με αυστηρές επιστημονικές και ποιοτικές προδιαγραφές, μακρυά από τις απαιτήσεις των εμπορικών εταιριών.
Το έργο της ξεπερνά πια τα ελληνικά σύνορα. Εκδίδονται δίσκοι της στη Γαλλία και τη Σουηδία. Επί σαράντα περίπου χρόνια πραγματοποιεί σειρά συναυλιών από την Αυστραλία μέχρι τη Νότια Αμερική που όχι μόνο συγκινούν τους Έλληνες της Διασποράς αλλά και αποκαλύπτουν στους ξένους μια ποιοτική «ελληνική μουσική δίχως μπουζούκι», όπως γράφτηκε σε κάποια κριτική συναυλίας της στη Σουηδία.
Στο εσωτερικό της Ελλάδας οι εμφανίσεις της σε συναυλίες κάθε είδους και με κάθε αφορμή είναι αναρίθμητες καθώς και οι τιμητικές προσκλήσεις και τα αφιερώματα, όπως π.χ. η επετειακή παράσταση για τα 70 της χρόνια: «Η Δόμνα Σαμίου στο Μέγαρο Μουσικής: η γνωστή και άγνωστη Δόμνα», τον Οκτώβριο του 1998.
Για τις ποικίλες δραστηριότητες της συνεργάζεται με τους πιο καταξιωμένους Έλληνες και ξένους μουσικούς, μουσικολόγους, λαογράφους, εθνομουσικολόγους αλλά και διδάσκει, μυεί και αναδεικνύει πρωτόβγαλτους νέους καλλιτέχνες. Aπό το 1994 δίνει μαθήματα δημοτικού τραγουδιού για ενήλικες στο Μουσείο Ελληνικών Λαϊκών Οργάνων της Αθήνας. Πάμπολλες είναι επίσης οι πρωτοβουλίες της και έμπρακτη και ανιδιοτελής η προσφορά της σχετικά με την βελτίωση της μουσικής εκπαίδευσης των παιδιών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, αίτημα παιδαγωγικά πρωταρχικό και επιτακτικό κατά την ίδια.

Καταξιωμένη και αγαπητή για την προσφορά και την προσήνια της είδε το έργο της να αναγνωρίζεται πολλαπλά και τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις, με αποκορύφωση την απονομή μεταλλίου από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κ. Στεφανόπουλο το 2005.
Περιστοιχιζόμενη από τους συνεργάτες, φίλους και υποστηρικτές της η Δόμνα συνέχισε το έργο της έως το θάνατό της με εκδόσεις υπομνηματισμένων με αναλυτικά κείμενα θεματικών CD, την οργάνωση του ανέκδοτου προσωπικού Αρχείου της και την προετοιμασία για ανάρτησή του στο διαδίκτυο.

Ομογενοποίηση

του Γιάννη Μπασκόζου

Βαδίζουμε προς μια ομογενοποίηση της κουλτούρας; Το ερώτημα έχει τεθεί από χρόνια. Ακουγα στο ραδιόφωνο τη συνέντευξη ενός πολύ γνωστού dj και συνθέτη που επισκέφτηκε τη χώρα μας. Στην ερώτηση αν η τεχνολογία ομογενοποιεί την ηλεκτρονική, κυρίως, μουσική ήταν σκεπτικός, αν και έδωσε παραδείγματα μουσικών που πάνε αντίθετα στην ομογενοποίηση. Μια φίλη που ήρθε από το εξωτερικό μού έλεγε προχθές ότι, διαβάζοντας μαζικά τον τελευταίο καιρό σύγχρονους έλληνες λογοτέχνες, έχει την εντύπωση ότι αφηγούνται περίπου το ίδιο πράγμα. Μια τάση ομογενοποίησης υπάρχει και στο σινεμά: αρκετές ελληνικές ταινίες της νεότερης περιόδου, παρ' ότι διαθέτουν φρεσκάδα, νέους ηθοποιούς και καταρτισμένους τεχνικούς, δεν φαίνεται να συνιστούν ένα «άλλο» σινεμά.

Φυσικά δεν μπορεί κανείς να δει την ομογενοποίηση έξω από την παγκοσμιοποίηση και οι πιο βασικές αιτιολογίες είναι ότι στο παγκόσμιο χωριό όλοι καταναλώνουν τα ίδια πολιτιστικά προϊόντα, εκπορευόμενα κυρίως από την τηλεόραση. Ο Παναγιώτης Κονδύλης είχε επισημάνει την ύπαρξη της μαζικής πολιτιστικής δημοκρατίας με τη χρήση των παλιών πρωτοποριών στην υπηρεσία του μοντερνισμού: «Οι μηχανισμοί της μαζικής κατανάλωσης δημιούργησαν τους όρους υπό τους οποίους τα πνευματικά προϊόντα της παλαιάς, προ παντός όμως της μοντέρνας πρωτοπορίας, με μερικές αβαρίες και μερικούς εκχυδαϊσμούς, μπορούσαν να βρουν τον δρόμο για να μπουν στις νοητικές και αντιληπτικές συνήθειες πλατειών μαζών. Η μαζική κατανάλωση συντελείται μέσω της μαζικής διαφήμισης, της ρεκλάμας και των πλακάτ, δηλαδή μέσω εικόνων και γραφικών σχεδίων, όπου οι εμπνεύσεις, οι ιδέες και τα στερεότυπα της πρωτοπορίας τίθενται στην υπηρεσία της αγοράς». Δεν υπάρχει καλύτερη έκφραση αυτού του γεγονότος από τα free press.

Αν όμως δει κανείς τον πολιτιστικό χάρτη της Αθήνας (εν μέρει και κάποιων άλλων πόλεων) θα διαπιστώσει πόσα πολλά πολιτιστικά γεγονότα που θέλουν να είναι διαφορετικά λαμβάνουν χώρα σε μικρά θέατρα, σε υπόγεια, σε χώρους πολλαπλής έκφρασης. Μπορεί τα μεγάλα θέατρα (Μιχαηλίδη, Απλό, Ευαγγελάτου), τα παραδοσιακά περιοδικά και οι μεγάλες σκηνές να κλείνουν τον κύκλο τους, ανοίγουν όμως συνεχώς καινούργια μικρά και ευέλικτα σχήματα τα οποία και αυτά σαν πεταλούδες καίνε γρήγορα τα φτερά τους, για να μετασχηματιστούν αμέσως σε κάτι άλλο.

Υπάρχει μια πολυμορφία και μια ώσμωση των τεχνών που βαδίζει ενάντια στην ομογενοποίηση. Το διαφορετικό σε σχέση με παλαιότερες εποχές είναι ότι όλα αυτά που γίνονται δεν συνιστούν ένα ενιαίο ρεύμα, έναν συγκεκριμένο πνευματικό πυρήνα. Ομως αυτή είναι η εποχή μας... Κομματάκια του καθρέφτη πεταμένα εδώ κι εκεί που αντανακλούν το αποσπασματικό, το αγχώδες, το υβριδικό. Αυτή είναι η αγωνία των καιρών μας.
 
ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 12-2-2012 

Ο σκηνοθέτης των «από κάτω»


Πόσα αλήθεια απ’ όσα μάθαμε από τον Θόδωρο Αγγελόπουλο μπορούν να χωρέσουν σε ένα σημείωμα με αφορμή το θάνατό του; Μόνο ίσως η αλήθεια για το τι σήμαινε το έργο του για όλους εκείνους που δεν μπορούν ακόμη να πιστέψουν πώς η «πηγή του ποταμού στέρεψε», πώς το «λιβάδι» έπαψε πια να «δακρύζει».




Γράφουν οι  Αιμιλία Καραλή
                    Κωστής Ζουλιάτης



Στο έργο του μπορεί κανείς να δει –αν θέλει, αν μπορεί, αν είναι έτοιμος και πρόθυμος– μια μεγάλη ποίηση. Δεν αναφέρομαι απλώς στην ιδιαίτερη ποιητική των εικόνων του, στον ελλειπτικό και επιγραμματικό λόγο του, στη μουσικότητα των σκηνών του. Αναφέρομαι κυρίως στο ότι στις ταινίες του αποτυπώνεται το πώς «ποιείται» η ιστορία και το πώς οι άνθρωποι «ποιούν» την ιστορία.
Ο Θόδωρος έζησε, όπως έλεγε και ο ίδιος, στους μεγάλους θυμούς της ιστορίας. Η κατοχή, ο πόλεμος, ο εμφύλιος, οι δικτατορίες, η προσφυγιά (κυρίως η εσωτερική προσφυγιά), οι μεταναστεύσεις, τα επαναστατικά οράματα και οι ματαιώσεις τους, η αλαζονεία της εξουσίας και ο έρωτας αποτελούν το υλικό που μεταπλάθει στις ιστορίες που κάθε φορά αφηγείται. Όλα τα προηγούμενα όμως αξιοποιούνται μέσα από τις ζωές των απλών ανθρώπων, αυτών που βιώνουν τις ιστορικές ανατροπές, είτε προκαλώντας τες είτε βιώνοντας τις συνέπειές της.
Στο έργο του πρωταγωνιστούν «καταστάσεις» ανθρώπων: ούτε «τύποι», ούτε «χαρακτήρες». Το βίωμα, το ιστορικό βίωμα που διαμορφώνεται μέσα από την καθημερινή ζωή μεταπλάθεται σε εικόνα, συντίθεται σε μουσική, συμπυκνώνεται σε λόγο. Ο Αγγελόπουλος είναι ο σκηνοθέτης των «από κάτω». Και ο τρόπος που διαρθρώνει τα πλάνα του μνημειώνει τη ζωή τους σε εικόνες - σύμβολα της ανθρώπινης ιστορίας.
Γι’ αυτό και η καθημερινότητα αποτελούσε πάντοτε το υλικό του έργου του. Είχε τη δυνατότητα να ζει και να παρατηρεί τη ζωή, των άλλων και τη δική του, μέσα σε αυτήν και ταυτοχρόνως σε απόσταση από αυτήν. Η διαδρομή με το λεωφορείο, η παρακολούθηση της επικαιρότητας, οι συζητήσεις με τους γύρω του, η μελέτη των εφημερίδων αποτελούσαν αφορμές για να τροφοδοτηθεί ο καλλιτεχνικός του στοχασμός και να μεταπλαστεί σε πλάνο της ταινίας του.
Θυμάμαι τη διήγησή του για το υλικό στο οποίο στηρίχτηκε η περίφημη σκηνή του γάμου στην ταινία του Το μετέωρο βήμα του πελαργού (1991). Δύο ήταν οι πρωτογενείς του εμπειρίες. Η μια ήταν μια είδηση από τη Γαύδο στις αρχές του ’70. Είχε πεθάνει στο νησί κάποιος, αλλά δεν υπήρχε παπάς για να ψάλει τη νεκρώσιμη ακολουθία. Οι καιρικές συνθήκες ήταν δύσκολες και δεν μπορούσε να πάει ο ιερέας από την Κρήτη απέναντι για να λειτουργήσει. Έτσι έστησαν το φέρετρο στο λιμάνι της Γαύδου και ο παπάς από την Κρήτη απέναντι έψαλε την ακολουθία «στέλνοντάς» τη στην προκυμαία του νησιού όπου βρισκόταν ο νεκρός. Η δεύτερη ήταν μια είδηση του 1990. Μετά το άνοιγμα των συνόρων Αζερμπαϊτζάν - Ιράν, άνθρωποι από τα παραμεθόρια χωριά έψαχναν να βρουν συγγενείς τους από τους οποίους είχαν χωριστεί βίαια όταν επισημοποιήθηκαν τα σύνορα μεταξύ των χωρών. Επειδή τα χρόνια είχαν περάσει, οι κάτοικοι είχαν κρεμάσει στο στήθος τους φωτογραφίες των συγγενών τους από την παιδική τους ηλικία για μπορέσουν να αναγνωριστούν μέσα από αυτές.
Αυτός ο παραλογισμός των τεχνητών φραγμών μεταξύ των ανθρώπων, των συνόρων που «τρελαίνουν» συναντήθηκε με μια είδηση που πέρασε στα ψιλά των ελληνικών εφημερίδων 20 χρόνια πριν. Ο Αγγελόπουλος αναδεικνύει το βάθος αυτών των καταστάσεων δημιουργώντας τη σκηνή στο Μετέωρο βήμα με τη νύφη από τη μια μεριά του ποταμού –φυσικού και πολιτικού συνόρου– και το γαμπρό από την άλλη. Χωρίς λόγια, μόνο τη σιωπή και το ποτάμι να ενώνει τα δυο στέφανα που έριξε ο παπάς μετά την τελετή. Για άλλη μια φορά η σιωπή και η εικόνα στον Αγγελόπουλο συνιστούν την πιο ηχηρή παραγωγή λόγου και ταυτοχρόνως την πιο έντονη πηγή συναισθημάτων.
Μα για να μεταπλαστεί το άμεσο βίωμα σε γενικευμένη εμπειρία χρειάζονταν και άλλες προϋποθέσεις. Ο Αγγελόπουλος δεν είχε μόνο ένα ιδιαίτερο καλλιτεχνικό όραμα αλλά ταυτοχρόνως και ένα κοινωνικό - πολιτικό όραμα. Η μυθοπλασία του δεν αναδείκνυε μόνο τη στιγμή ή το γεγονός· ενέτασσε τα προηγούμενα σε μια πολιτική, δηλαδή ανθρώπινη ιστορική προοπτική. Δεν ήταν περιστασιακός θεατής ή σχολιαστής της ιστορίας, αλλά αναδείκνυε τις βαθύτερες δομές της και τους ορίζοντές της. Ποτέ οι ταινίες του δεν είχαν κάποιο συμβατικό τέλος αλλά υποδήλωναν πάντοτε μια αρχή. Γι’ αυτό και προκαλούσαν πάντοτε συζητήσεις, αμφιθυμικά συναισθήματα. Οι θεατές του έργου του άλλοτε γίνονταν «συνένοχοί» του και άλλοτε πολέμιοί του. Ποτέ όμως δεν έμεναν αδιάφοροι. Πάντοτε μας έδινε λόγο και επιλογές. Και τα προηγούμενα σχετίζονται πάντοτε με το νόημα που δίνει κάποιος και ειδικότερα ένας επαναστάτης στη ζωή του. Όπως εξάλλου έλεγε πάντοτε, η επανάσταση ήταν στοιχείο του έργου του.
Αυτή η διαδικασία διακρινόταν από μια βαθιά ποιητικότητα. Ο Αγγελόπουλος δεν ήταν μόνο ποιητής των εικόνων. Ήταν ποιητής με τη συμβατική χρήση του όρου. Οι αρχετυπικοί μύθοι των τραγωδιών –όχι μόνο των αρχαίων, αλλά και εκείνων που επαναλαμβάνονται ως τις μέρες μας– η δημοτική ποίηση, οι έλληνες και ξένοι ποιητές αποτέλεσαν το υπόβαθρο της δικής του ποιητικής ικανότητας. Εξάλλου αυτά τα εντοπίζουμε άμεσα και έμμεσα στα έργα του. Γνώστης της ποίησης όσο λίγοι, σφράγισε το λόγο των προσώπων του με την επιγραμματικότητα και το βάθος εκείνο που δεν διακρίνει μόνο τους ποιητές, αλλά και –κυρίως– το λαϊκό γλωσσικό αίσθημα, το οποίο τους κυριεύει και γι’ αυτό το κυριεύουν. Υπάρχουν φορές που ακούγοντάς τον νομίζεις ότι αφουγκράζεσαι τον παλμό της γλώσσας να δονείται με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να καταλήγει σε έκρηξη. Απελευθερώνει όλα τα συστατικά που τη συγκροτούν: Tη μνήμη, την ευαισθησία, την αγωνία, τον αγώνα, την αρμονία, τη σκληρότητα, τη μελαγχολία, το όνειρο. Αρκεί μόνο να αναλογιστούμε τους τίτλους των ταινιών του για να το συνειδητοποιήσουμε.
Κάθε έργο του Αγγελόπουλου ήταν μια πλήρης πολιτιστική επίθεση εναντίον όλων εκείνων που εξευτελίζουν τον άνθρωπο. Ήταν πάντοτε μια πρόσκληση να αναστήσουμε ένα καινούριο συλλογικό όνειρο, να βρούμε τις λέξεις - κλειδιά που θα ξαναδώσουν το λόγο στην ιστορία και θα σταματήσουν την επέλαση της αγοράς και των απολογητών της. Το εγχείρημά του ήταν δύσκολο. Όμως όπως όλοι όσοι αγαπάνε τη ζωή, έτσι και ο Θόδωρος τρόμαζε από τις ευκολίες.
Αφομοιώνοντας τη μεγάλη κινηματογραφική παράδοση, διαμόρφωσε έναν από τους πιο ιδιαίτερους κινηματογραφικούς τρόπους. Στις ταινίες του γυρνούσαμε και συνεχώς θα γυρνάμε για να πλουτίζουμε το δικό μας τρόπο για να δούμε τον κόσμο, να τον κατανοήσουμε για να μπορέσουμε να τον αλλάξουμε. Προτού γυρίσει ένα πλάνο, προτού γράψει μια γραμμή, πάντοτε αναρωτιόταν για το νόημά τους: Tο τι καινούριο θα πρόσθετε σε ό,τι είχε ήδη κάνει, ποιους νέους δρόμους θα άνοιγε στην τέχνη του, πώς θα συναντηθεί με τους θεατές του.
Τώρα πια που ο Θόδωρος Αγγελόπουλος έφυγε, μένει να ξαναπερπατήσουμε τους δρόμους του, να ξαναμπούμε μέσα στα μεγάλα του πλάνα, τα τόσο ονειρικά αλλά και τόσο πραγματικά, να ξανασκεφτούμε τα όσα μας άφησε. Ας προσπαθήσουμε να βρούμε το τοπίο πίσω από την ομίχλη, ας επιμείνουμε για το ταξίδι στα Κύθηρα, ας βγάλουμε τη σκόνη από το χρόνο. Η άλλη θάλασσα μας περιμένει, το λιβάδι πρέπει να ξαναρχίσει να δακρύζει, το βήμα πρέπει να σταματήσει να είναι μετέωρο, το βλέμμα πρέπει να αγκαλιάσει περισσότερα και καλύτερα από όσα αντίκρισε εκείνο του Οδυσσέα.
Οι ιστορίες που μας αφηγήθηκε ο Αγγελόπουλος αποτελούν μέρος της δικής μας ιστορίας, της ανθρώπινης ιστορίας. Την έζησε, τη βίωσε, μας την παρέδωσε. Αξιοποίησε το παρελθόν, το ενσωμάτωσε στο παρόν για να το προβάλει στο μέλλον. Το τέλος του δεν είναι παρά μια καινούρια αρχή. Ας προσπαθήσουμε να φτάσουμε κι εμείς το «τρίτο φτερό», την ουτοπία, δηλαδή να φτάσουμε εκεί που δεν μπορούμε.
Α.Κ

Tαξίδι στην άλλη θάλασσα

Παράταιρος ο λόγος ο δυνατός, μέσα σε μια πολιτεία που σωπαίνει (Γιάννης Ρίτσος)


Ακόμα δεν το έχω χωρέσει. Η λέξη «θάνατος» δίπλα στο όνομα του Θόδωρου Αγγελόπουλου δυσκολεύεται απελπιστικά να ταιριάξει. Διαβάζω συνέχεια τα πρωτοσέλιδα –την οριστική πληροφορία, την καταγραφή μιας τραγωδίας στην εδώ θάλασσα, την πραγματική– για να το πιστέψω. Δεν μπορώ να συγχρονιστώ, βρίσκομαι ακόμα στην άλλη θάλασσα, την πιο πραγματική – την πιο οικεία, την πιο φιλόξενη. Για την ακρίβεια, την πλέον φιλόξενη. Αυτός ίσως να είναι και ο λόγος που νιώθω βασανιστικά ξεκάθαρα ότι έφυγε ένας κοντινός άνθρωπος.
Κοντινοί είναι οι άνθρωποι που τους έχεις μεγάλη ανάγκη, που δημιουργείς δεσμούς μαζί τους, που χρειάζεσαι το άγγιγμά τους, που ανοίγουν πόρτες για να μπει ορμητικά το φως, που προχωράνε στην ομίχλη και φτιάχνουν μέσα της ξέφωτα για να βρίσκουν απάγκιο οι φόβοι και τα βλέμματα, οι δικοί σου φόβοι και τα δικά σου βλέμματα. Κοντινοί είναι οι άνθρωποι που σου δημιουργούν ανάγκες, που σε παίρνουν από το χέρι να προχωρήσετε μαζί στην ομίχλη, απλόχεροι στα ξέφωτα και τσιγκούνηδες στην παραίτηση, που σε αγγίζουν χωρίς να το ζητάς, χωρίς να το χρειάζεσαι, που σε μεγαλώνουν, δεν σε μικραίνουν, που ανοίγουν το ακρινό παράθυρο που μπάζει το φεγγάρι.
Ναι, είχαμε ανάγκη την Άλλη Θάλασσα. Όσο ανάγκη έχουμε και το Θίασο. Είχαμε ανάγκη κάθε θάλασσα του Θόδωρου, κάθε πέρασμα στην άλλη όχθη απόψε, κάθε ανάσα των εικόνων του, κάθε άγγιγμα στην Ιστορία που μας ορίζει. Η άλλη θάλασσα της ποίησής του έγινε το κανάλι για να ταξιδεύουμε στην ουτοπία, τον πιο πραγματικό τόπο που πατήσαμε στη μικρή ζωή μας.
Γι’αυτό, το βιαστικό ταξίδι του Θόδωρου για την άλλη θάλασσα του εδώ κόσμου, πριν ολοκληρώσει το ταξίδι στην άλλη θάλασσα της ουτοπίας, μεγαλώνει τη μελαγχολία, ορίζει τη θλίψη. Και η μελαγχολία του τέλους του αιώνα, που με αγωνία ομολογούσε στο Μετέωρο βήμα του πελαργού, βάρυνε κι άλλο, από τη μελαγχολία των μεγάλων αποχαιρετισμών.
Καινούριους τόπους δεν θα βρούμε, δεν θα βρούμε άλλες θάλασσες, μας γνέφει ο αλεξανδρινός ποιητής. Οι πόλεις θα μας ακολουθούν, στους δρόμους θα γυρνάμε τους ίδιους. Κι εμείς, στους δρόμους και στις πόλεις θα γυρεύουμε πάντα τις άλλες θάλασσες, εκεί μάθαμε αδέξια και λαθραία να γυρεύουμε τις θάλασσες, στις πόλεις αυτές θα ζούμε ως πρόσφυγες –εμείς οι θαλασσινοί– στους δρόμους αυτούς θα σκοτώνονται οι ποιητές μας, στις πόλεις αυτές θα συνωστίζονται όνειρα και ματαιώσεις, εικόνες και αγγίγματα, προκλήσεις και περάσματα, όρια και ξεπεράσματα. Στους δρόμους αυτούς θα τριγυρνά χωρίς σκοπό μια άχρηστη Eλλάδα που σπέρνει θάνατο, πάνω σε μηχανάκια ή τρίκυκλα, σε ώρα υπηρεσίας ή καθ’ υπέρβαση καθήκοντος, άθελά της ή με δόλο, θα σπέρνει θάνατο, στους νέους, στους ποιητές, στους αγωνιστές, στην πλέον πολύτιμη Eλλάδα, σε ό,τι αναπνέει και δεν μυρίζει θάνατο. Ο κινηματογράφος, ό,τι δεν αγαπάει το θάνατο, έγνεφε ένας άλλος ποιητής.
Τώρα όμως οι δρόμοι σκοτεινιάζουν κι άλλο, η πόλη κλείνεται στο σπίτι της, κλείνεται στα σπίτια μας, ο καθένας έχει την πόλη του, καθένας και μια αναβολή, το ταξίδι στην άλλη θάλασσα απομακρύνεται, η ουτοπία ματώνει από τις ματαιώσεις μας, οι ποιητές σωπαίνουν, οι ειδικοί φρουροί δεν φρουρούν τους ποιητές μας, φρουρούν τη σιωπή τους, φρουρούν τους σκοτεινούς καιρούς. Η καθημερινή χυδαιότητα έγινε συνήθειά μας, οι ευαισθησίες μας δεν χωράνε στις αγορές του κόσμου, συνηθίσαμε την όψη του τέρατος, συνηθίσαμε την πόλη και τους δρόμους, η πραγματικότητα έγινε αγοραία κι αυτή, δεν την αναγνωρίζουμε, δεν έχει θάλασσα. Τώρα πια δεν έχει και καπετάνιο.
Στο Βλέμμα του Οδυσσέα, ο Έρλαντ Γιόζεφσον της ταρκοφσκικής Θυσίας, αφηγείται μία στροφή του Ράινερ Μαρία Ρίλκε: Τη ζωή μου ζω σε κύκλους που όλο αυξαίνουν, που πάνω από τα πράγματα όλο αυξαίνουν, τον τελευταίο μπορεί να μην τον κλείσω, μα θα το προσπαθήσω. Κι ένας άλλος συντοπίτης του ποιητής, του χαμογελάει, από μια περασμένη εποχή, τον ακουμπάει συντροφικά στην πλάτη και μπορεί να του υποσχεθεί πως όλη η παρηγοριά του κόσμου βρίσκεται σε μια ερώτηση. Στους σκοτεινούς καιρούς θα τραγουδάμε ακόμα;
Ναι Θόδωρε, ναι Μπέρτολτ, ναι σημαίες της θλίψης μας, θα τραγουδάμε ακόμα. Για τους σκοτεινούς καιρούς θα τραγουδάμε, όπως μας το ζητήσατε. Η άλλη θάλασσα είναι αυτή η θάλασσα, αυτή που τώρα σε αποχαιρετά και σου υπόσχεται πως όλη η παρηγοριά του κόσμου είναι το ταξίδι σ’ αυτήν εδώ τη θάλασσα, το ταξίδι που ποτέ δεν τελειώνει, το ταξίδι σε έναν κόσμο που δεν άλλαξε όσο κι αν το ονειρευτήκαμε, την περιπέτεια ανάμεσα σ’ένα κάλεσμα κι ένα άλλο, ανάμεσα σ’ ένα αγκάλιασμα κι ένα άλλο, το ταξίδι που μας έμαθες και που τώρα πια χωρίς καπετάνιο, μόνοι –ακόμα πιο μόνοι– θα κάνουμε. Μα θα το προσπαθήσουμε.

Κ.Ζ

Η τέχνη στα οδοφράγματα

Η τέχνη στα οδοφράγματα

Ένα πολιτιστικό τριήμερο, ένα non stop Φεστιβάλ, το μεγαλύτερο σε διάρκεια και αριθμό συμμετοχών, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή 8, 9 και 10 Απριλίου:

Εκεί όπου, τρεισήμισι μήνες τώρα, κυριαρχούν από τη μία η βία και από την άλλη η αντίσταση, η τέχνη παίρνει θέση. Δίπλα στους εξεγερμένους κατοίκους της Κερατέας, που αγωνίζονται ενάντια στη δημιουργία ΧΥΤΑ στο Οβριόκαστρο, ενάντια στην υποβάθμιση του τόπου τους. Στα οδοφράγματα της λεωφόρου Λαυρίου, άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών ενώνουν τις δυνάμεις τους για την πραγματοποίηση του μεγαλύτερου Φεστιβάλ Αντίστασης στα ελληνικά χρονικά.

Οι καλλιτέχνες τραγουδάνε και παίζουν μουσική, δημιουργούν, ζωγραφίζουν, παίζουν με τα παιδιά, δίνουν παραστάσεις, απαγγέλουν ποιήματα, φτιάχνουν καλλιτεχνικά εργαστήρια πάνω στο δρόμο, στο μπλόκο ΒΙΟΠΑ της Λαυρίου. Κι όλοι μαζί γιορτάζουμε, γιατί η Αντίσταση μπορεί να είναι και Γιορτή. Γιατί η Τέχνη μπορεί να είναι Αντίσταση.

Ένα πολιτιστικό τριήμερο, ένα non stop Φεστιβάλ, το μεγαλύτερο σε διάρκεια και αριθμό συμμετοχών, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή  8, 9 και 10 Απριλίου: 72 ώρες, 60 μουσικά σχήματα, 150 εικαστικοί καλλιτέχνες με πάνω από 500 έργα, 10 θεατρικές παραστάσεις, 15 workshops (εργαστήρια), κατασκευές έργων, εγκαταστάσεις  και εικαστικές παρεμβάσεις επί τόπου, προβολές video art, ντοκιμαντέρ, ζωντανές συνδέσεις με περιοχές που αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα με της Κερατέας.

        
E-mail: artresistance@yahoo.gr
syntonistikiKeratea@gmail.com             


kerateaartres1stance.blogspot.com/

Όταν η δημοκρατία υποτάχθηκε στο χρέος



 
Για πρώτη φορά στην Ελλάδα, ένα ντοκιμαντέρ με παραγωγό το θεατή. Το DEBTOCRACY αναζητά τα αίτια της κρίσης χρέους και προτείνει λύσεις που αποκρύπτονται από την κυβέρνηση και τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης. Το ντοκιμαντέρ θα διανέμεται δωρεάν από τα τέλη Μαρτίου χωρίς δικαιώματα χρήσης και αναμετάδοσης και θα υποτιτλιστεί σε τουλάχιστον τρεις γλώσσες.

Ο Αρης Χατζηστεφάνου και η Κατερίνα Κιτίδη μιλούν με οικονομολόγους, δημοσιογράφους και προσωπικότητες από όλο τον κόσμο περιγράφοντας τα βήματα που οδήγησαν την Ελλάδα στην παγίδα του χρέους- τη χρεοκρατία. Το DEBTOCRACY παρακολουθεί την πορεία χωρών όπως ο Ισημερινός, που δημιούργησαν Επιτροπές Λογιστικού Ελέγχου αλλά και την αντίστοιχη προσπάθεια που ξεκίνησε στην Ελλάδα.

Στο Debtocracy μιλούν, μεταξύ άλλων, οι ακαδημαϊκοί Ντέιβιντ Χάρβεϊ, Σαμίρ Αμίν, Κώστας Λαπαβίτσας και Ζεράρ Ντιμενίλ, ο φιλόσοφος  Αλέν Μπαντιού, ο επικεφαλής της επιτροπής λογιστικού ελέγχου του Ισημερινού Ούγκο Αρίας, ο πρόεδρος του CADTM Ερίκ Τουσέν, ο Αργεντίνος σκηνοθέτης Φερνάντο Σολάνας, δημοσιογράφοι όπως  o Άβι Λιούις (συγγραφέας/σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ The Take – Η κατάληψη) και ο Ζαν Κατρμέρ (Liberation). Ακόμη προσωπικότητες όπως ο Μανώλης Γλέζος και η αντιπρόεδρος του γερμανικού κόμματος Die Linke Ζάρα Βάγκενκνεχτ.

Τη μουσική επένδυση προσφέρει ο Γιάννης Αγγελάκας και επιστημονική επιμέλεια έχει ο δημοσιογράφος και οικονομολόγος Λεωνίδας Βατικιώτης.

Την παραγωγή του DEBTOCRACY ανέλαβε η εταιρεία BitsnBytes. Το μοντάζ υπογράφει ο Άρης Τριανταφύλλου.

Μια «μετωπική σύγκρουση με το ελληνικό δημόσιο»

Μια «μετωπική σύγκρουση με το ελληνικό δημόσιο»

Για την ταινία του Σωτήρη Γκορίτσα «Απ’ τα κόκαλα βγαλμένα», που βασίζεται στο ομώνυμο βιβλίο του Γιώργου Δενδρινού
Της Αλίκης Κοσυφολόγου

Νεαρός ορθοπεδικός (Αργύρης Ξάφης), εργατικός και αισιόδοξος,  ξεκινάει την ειδικότητα του σ ένα δημόσιο νοσοκομείο, έχοντας την πεποίθηση ότι μπορεί να αντεπεξέλθει στις αντιξοότητες του επαγγέλματος με συστηματική εργασία και συνέπεια στις αρχές της επιστήμης του. Σύντομα συνειδητοποιεί ότι τα δομικά εμπόδια είναι τεράστια και ότι η προσπάθεια που καταβάλλει ο ίδιος δεν αρκεί για την υπέρβασή τους.

Ο θεσμός του ΕΣΥ παρουσιάζεται υλικά ανεπαρκής, αλλά κυρίως ηθικά απαξιωμένος, σε τόσο βαθμό, ώστε να οδηγεί στην ψυχολογική και σωματική εξάντληση όσους και όσες θέλουν να εργαστούν με σοβαρότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι δύο επίσης «καλοί» γιατροί – τους υποδύονται ο Δημήτρης Ήμελλος και η Άννα Κουτσαφτίκη - που πλαισιώνουν τον κεντρικό χαρακτήρα, οι οποίοι εγκαταλείπουν την προσπάθεια και στρέφονται στον ιδιωτικό τομέα.

Αφορμή για την ταινία ήταν η περιπέτεια υγείας του ίδιου του σκηνοθέτη Σ. Γκορίτσα και πηγή έμπνευσης στάθηκε το βιβλίο του γιατρού Γ. Δενδρινού. Το γεγονός ότι το σενάριο της ταινίας διαμορφώθηκε ως καταγραφή αληθινών εμπειριών, σε κάποια ενσταντανέ, αναβαθμίζει υπερβολικά τη ρεαλιστική αναπαράσταση σε βάρος της μυθοπλασίας. 

Η κεντρική «θέση» της ταινίας συμπυκνώνεται στη φράση «Το αυτονόητο είναι το ακατόρθωτο», η οποία αναφέρεται, κατά κύριο λόγο, στον τρόπο λειτουργίας του δημόσιου τομέα στην Ελλάδα και, εν προκειμένω, των δημόσιων νοσοκομείων.  Η σύμβαση της κοινωνικής σάτιρας δικαιολογεί την υπερβολή, από την άλλη πλευρά όμως,  η τόσο έντονη «μετωπική σύγκρουση» με το δημόσιο τομέα μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να παραγάγει ιδεολογικά αποτελέσματα αντίθετα από τα «επιδιωκόμενα» - εφόσον θεωρούμε ότι το επιδιωκόμενο της κριτικής είναι η βελτίωση της λειτουργίας του δημόσιου νοσοκομείου κι όχι η κατάργηση του. Δεν ισχυρίζομαι ότι η ταινία λειτουργεί ως απολογία των ιδιωτικοποιήσεων. Αντιθέτως, το σενάριο παλεύει να απεγκλωβιστεί από αυτό το σχήμα θέσης – αντίθεσης μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού. Φαίνεται όμως, ότι δεν το πετυχαίνει εντελώς αυτό.

Από την άλλη, πράγματι, η «καλοφτιαγμένη» πλοκή ξεγλιστράει επιδέξια από κάθε είδους λαϊκισμό, ενώ ασχολείται με ένα θέμα που θα μπορούσε να γίνει προνομιακό πεδίο για την  «εκδήλωσή» του. Η αποφυγή του λαϊκισμού και της δραματουργικής  υπεραπλούστευσης των κοινωνικών σχέσεων που αναπτύσσονται στο περιβάλλον του νοσοκομείου αποτελεί μάλλον μια μεγάλη αρετή αυτού του σατιρικού έργου.

Η ταινία είναι, στο σύνολό της, αρκετά ενδιαφέρουσα και οι διάλογοι καταφέρνουν να αποδομήσουν με εντυπωσιακά αποτελεσματικό τρόπο όλα τα κοινωνικά στερεότυπα που σχετίζονται με το ιατρικό επάγγελμα στην Ελλάδα.  Οι υποδειγματικές ερμηνείες των ηθοποιών, που καταφέρνουν να παραμένουν δραματικοί μέσα στην παρωδία, είναι το μεγάλο ατού «της». Βεβαίως στα πλεονεκτήματα του φιλμ περιλαμβάνεται και η απολαυστική «σύμπτυξη» εθνικού ύμνου και «I will survive» της Γκλόρια Γκέυνορ, που εμπνεύστηκαν οι Burger Project για τη μουσική του επένδυση.


Παίζουν: Αργύρης Ξάφης, Δημήτρης Ήμελλος, Άννα Κουτσαφτίκη, Στέλιος Μάϊνας, Μπέσσυ Μάλφα, Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, Βαγγέλης Μουρίκης, Μηνάς Χατζησάββας, Γιώργος Συμεωνίδης, Γιώτα Φέστα, Κώστας Μπερικόπουλος, Δημήτρης Ξανθόπουλος, Μάκης Παπαδημητρίου, Υβόννη Μαλτέζου κλπ.
Σενάριο – Σκηνοθεσία : Σωτήρης Γκορίτσας
Παραγωγός: Κων/νος Μωριάτης
Συνεργάτης σεναρίου: Νίκος Παναγιωτόπουλος
Δ/νση φωτογραφίας : Σίμος Σαρκετζής

Ήρθε η ώρα να τολμήσουμε

Ήρθε η ώρα να τολμήσουμε

Σαβούρα θα βρούμε στο δρόμο μας μπόλικη. Μήπως σήμερα δεν βρίσκουμε; Αλλά τουλάχιστον η ειλικρινής αποτυχία είναι προτιμότερη από την προκάτ επιτυχία
Του Νίκου Σβέρκου

Οι άνθρωποι που μεγαλώσαμε στην Ελλάδα τις τελευταίες δυο ή τρεις δεκαετίες, πήραμε μια τρομερά περιορισμένη πολιτιστική ανατροφή. Η κατασκευή “ιερών έντεχνων τεράτων” είχε τελικά τραγικά αποτελέσματα. Η πλειοψηφία των ανθρώπων αυτής της ηλικιακής ομάδας προτίμησε άλλες εμπορευματικές εκδοχές της μουσικής, αφού ουσιαστικά το μονοπώλιο του έντεχνου κατάντησε τον εαυτό του ατελέσφορο και επαναλαμβανόμενο. Το κράτος έκανε “σημαία” του τον πολιτισμό. Όχι όποιον κι όποιον. Τον κρατικοδίαιτο, αυτόν τον πολιτισμό που σπουδάζεται με την προσωπική εμμονή και τελικά μαραζώνει από τον ασφυκτικό εναγκαλισμό του με τις επιχορηγήσεις.

Να είμαστε σοβαροί. Χωρίς ενίσχυση και δημοκρατία πολιτισμός δεν παράγεται. Δείτε την Γαλλία πώς παρήγαγε τα κινηματογραφικά κομψοτεχνήματά της. Ήταν κεντρική απόφαση της πολιτείας να φτιαχτεί ο γαλλικός κινηματογράφος. Και δόθηκε άπλετος χώρος στους δημιουργούς, εκφραστική ελευθερία και ηθική (εκτός από οικονομική) ενίσχυση. Στην Ελλάδα των δυο-τριών σπουδαίων δημιουργών η παραγωγή έγινε άνυδρη, βαρετή και τελικά επέθανε. Το εντυπωσιακό αποτέλεσμα  του “Κυνόδοντα” δεν είναι παρά ένα πυροτέχνημα, μια κορυφή ενός παγόβουνου που πολύ απλά δεν υπάρχει. Έτσι συμβαίνει δυστυχώς και στη μουσική. Πάλι καλά που εκεί υπάρχουν σποραδικά σπουδαία αποτελέσματα από ανθρώπους της “επόμενης γενιάς” που δημιούργησαν έξω από το πλαίσιο.

Είναι τρομερά κουραστικό να ανακυκλώνουμε τους επαίνους. Όσο σκληρό κι αν μοιάζει, ο Θεόδωρος Αγγελόπουλος ή ο Μίκης Θεοδωράκης (τα ονόματα αυτά είναι αντιπροσωπευτικά και όχι μοναδικά στο είδος τους) απέτυχαν οικτρά. Δεν έκαναν τίποτα για να εξασφαλιστεί η πολιτιστική συνέχεια στις τέχνες τους, που είναι εξόχως λαϊκές. Οι όμορφες σποραδικές ριπές του Αγγελάκα, του Παυλίδη ή του Δεληβοριά ουσιαστικά δεν αποτελούν διαχειριστικά παιδιά των παραπάνω, παρά μόνον περιπτώσεις που διύλισαν την λατρεία τους για την έκφραση μέσα από το πολιτιστικό τους περιβάλλον.

Η πιο συνήθης δικαιολογία λέει ότι “οι καιροί άλλαξαν” και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να υπάρχει τόσο σπουδαία παραγωγή όπως στο παρελθόν. Μισό λεπτό, αγαπητοί λάτρεις της φορμόλης! Η τέχνη αποτελεί είδος για χρήση και ανάπτυξη υπό συγκεκριμένες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες; Ε, όχι! Δεν γίνεται σήμερα να μην υπάρχει τρανταχτή έκφραση της δυσαρέσκειας για τα μύρια όσα μάς περιβάλλουν. Αν δεν υπάρχει, τότε μιλάμε για μια κοινωνία νεκρή, πράγμα που και προσωπικά αρνούμαι να αποδεχτώ. Άρα κάπου είναι κρυμμένη.

Επειδή από το κράτος πολλές φορές περιμέναμε πολλά, αλλά σοβαρότητα δεν αντικρίσαμε, καιρός είναι να σπάσουμε τα στεγανά. Ο καθένας από εμάς, δημιουργός ή θεατής, πομπός ή δέκτης, να σταματήσει την ιδιώτευση της τέχνης. Να ανοίξουμε μάτια, αυτιά, μυαλό και ψυχή και να έρθουμε αντιμέτωποι με την πραγματικότητα. Να σταματήσουμε να ντρεπόμαστε για ό,τι λατρεύουμε, να απενοχοποιήσουμε εικόνες, λέξεις και ήχους και τουλάχιστον να δοκιμάσουμε.

Σαβούρα θα βρούμε στο δρόμο μας μπόλικη. Μήπως σήμερα δεν βρίσκουμε; Αλλά τουλάχιστον η ειλικρινής αποτυχία είναι προτιμότερη από την προκάτ επιτυχία.


Σημ: Αυτές οι σκέψεις είναι αποτέλεσμα της είδησης του θανάτου του Μανώλη Ρασούλη, για τον οποίο πολλά άκουσα και λίγα πίστεψα. Το υπέροχα άμεσο έργο του αρκεί. Υπήρξε άψογος..

ΓΑΣ Πολιτιστικού Κέντρου Εργαζομένων ΟΤΕ 2011

Τοποθέτηση της Πολιτιστικής Δημιουργίας - Συσπείρωσης στην ΓΑΣ του Πολιτιστικού Κέντρου Εργαζομένων ΟΤΕ Ν. Αττικής 19 Μαρτίου 2011

Εισηγητής: Βίκυ Μιχαλακοπούλου

Η σημερινή Γενική Απολογιστική Συνέλευση συμπίπτει με την διαρκή και ανελέητη επίθεση που δέχονται οι μισθοί, οι εργασιακές σχέσεις και τα δικαιώματα των εργαζομένων εντός και εκτός ΟΤΕ.  Ο ελληνικός λαός σήμερα περισσότερο από ποτέ στη σύγχρονη ιστορία του δοκιμάζεται και βάλλεται από την διεθνή  κερδοσκοπία, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο την Ευρωπαϊκή Επιτροπή,  με την ανοχή  και συνενοχή  των ελληνικών κυβερνήσεων οι οποίες προσπαθούν να μεταφέρουν στις πλάτες του ελληνικού λαού βάρη και χρέη που δεν του αναλογούν. Ισοπεδώνουν μισθούς και συντάξεις καταλύουν εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα που έχουν κατακτηθεί εδώ και χρόνια με αγώνες, καταλύουν κάθε έννοια δημοκρατίας, υποθηκεύοντας το μέλλον μας και το μέλλον των παιδιών μας για δεκαετίες.

Ο ελληνικός λαός που δεν έσκυψε ποτέ το κεφάλι και παρήγαγε τη δημοκρατία και τον πολιτισμό, μετά την υπογραφή του μνημονίου από την Κυβέρνηση οδηγείται σε οικονομική εξαθλίωση και κατ επέκταση σε εθνική υποδούλωση.

Μέσα σε αυτό το γενικό κλίμα της επίθεσης που δεχόμαστε και αποκλειστική και κύρια ευθύνη έχει η κυβέρνηση, έρχεται η Διοίκηση του ΟΤΕ εκμεταλλευόμενη το κλίμα αυτό να  περάσει τα δικά της σχέδια με σκοπό να κρατήσει και  να επεκτείνει τα κέρδη της αδιαφορώντας για τον ανθρώπινο παράγοντα για τους ίδιους τους εργαζομένους της. Για όλα φταίνε οι κακοί υπάλληλοι.

Στα πλαίσια αυτά,  η διοίκηση του ΟΤΕ προχωρά σε 120 τρομοκρατικές, εκβιαστικές απολύσεις εργαζομένων στη Cosmote. Όλα δείχνουν ότι ακολουθεί χορός απολύσεων στον ΟΤΕ. Και τα μέσα ενημέρωσης αντί να ενημερώνουν τον κόσμο όπως οφείλουν, αντίθετα είτε τον αποπροσανατολίζουν, είτε τον αποβλακώνουν, εξυπηρετώντας τα συμφέροντα της εκάστοτε οικονομικής και πολιτικής ηγεσίας με την οποία διαπλέκονται. Βαφτίζουν μάλιστα τις απολύσεις ως εθελουσία και αποσιωπούν τις κινητοποιήσεις μας γιατί ο τζίρος από τις διαφημίσεις Cosmote, ΟΤΕ είναι μεγάλος - και η Κυβέρνηση από την άλλη λειτουργεί ως Πόντιος Πιλάτος αυτή η ίδια που πριν ένα χρόνο περίπου μας έλεγε για επιστροφή του ΟΤΕ στο δημόσιο.

Εμείς λοιπόν ως Πολιτιστικό και ως άνθρωποι των γραμμάτων, γνωρίζοντας καλά το παιχνίδι της Κυβέρνησης και αυτών που την εκπροσωπούν έχουμε χρέος να προασπίσουμε τα δικαιώματα των εργαζομένων μας και να αποτελέσουμε το φάρο ενημέρωσης τόσο προς τους συναδέλφους μας όσο και γενικότερα προς όλο τον κόσμο. Να πρωτοστατήσουμε μαζί με το συνδικαλιστικό κίνημα στον αγώνα για να πάρουμε το δίκαιο στα χέρια μας.
 Περίμενα λοιπόν το σημερινό πρόγραμμα δράσης που κατατίθεται, πρωτίστως να κινείται σε αυτή την κατεύθυνση,  σε αυτή την φιλοσοφία των αγώνων, της ενημέρωσης, της συνειδητοποίησης, της αφύπνισης και του ξεσηκωμού, μετά τις δραματικές αλλαγές που συντελούνται τόσο στην κοινωνία μας γενικότερα όσο και στον ΟΤΕ ειδικότερα. Αντί αυτού, βλέπω ότι σαν να είμαστε «πέρα βρέχει», καμία αναφορά στα φλέγοντα ζητήματα που απασχολούν τους συναδέλφους μας και απειλούν τη ίδια την επιβίωση τους και επιβίωσή μας. Γιατί θα μου πείτε εδώ είναι πολιτιστικό είναι άλλων αρμοδιότητα και όλα αυτά… Και όμως στις δύσκολες στιγμές που ζούμε αυτός είναι ο ρόλος των ανθρώπων της τέχνης και των γραμμάτων: να πρωτοστατήσουν στους αγώνες και να αφυπνίσουν τον κόσμο. Πίσω από κάθε συνάδελφο μπορεί να βρίσκεται ένα απολυμένο μέλος της οικογενείας του, ένα άνεργο, ή ένα μέλος που του έχουν πετσοκόψει το μισθό. Δεν είμαστε ξεκομμένοι από την κοινωνία και τα προβλήματά της είμαστε βαθιά μέσα σε αυτά.

Με αφορμή λοιπόν και την εξαγγελία των απολύσεων στη Cosmote, προτείνω από τη μία συνέχιση του αγώνα μαζί με τα συνδικαλιστικά όργανα για να μην περάσουν οι απολύσεις, ΑΓΩΝΑ έμπρακτο και ουσιαστικό με συνεχή πίεση από τη μεριά μας προς τη Διοίκηση αφού όπως «λέτε βλέπει με καλό μάτι το ΠΚ».
Και από την άλλη προτείνω να υπάρξει καταστατική πρόβλεψη σύμφωνα με την οποία όσοι απολύονται από την εταιρεία και τον Όμιλο ΟΤΕ δεν χάνουν την ιδιότητα του μέλους του Πολιτιστικού μας κέντρου - για τους 120 συναδέλφους μας που απολύονται είναι το ελάχιστο δυνατό που μπορούμε να κάνουμε μαζί με τον αγώνα για να μην απολυθούν.


Συνάδελφοι και Συναδέλφισσες, το Πολιτιστικό μας Κέντρο με ευθύνη της πλειοψηφίας έχει αποκοπεί από τα κοινωνικά δρώμενα που συμβαίνουν γύρω μας και επηρεάζουν την ζωή μας. Πιστεύουμε ότι το Πολιτιστικό οφείλει να αναμιχθεί ενεργά στην κοινωνική ζωή της πόλης μας και να πάρει μέρος σε όλα τα κινήματα πολιτών που αναπτύσσονται και απαιτούν να σταματήσει η υποβάθμιση της ποιότητας της ζωής μας. Κινήματα υπεράσπισης των ελεύθερων χώρων από την ασυδοσία των κερδοσκόπων, Κινήματα υπεράσπισης κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Κινήματα αλληλεγγύης στους μετανάστες και σε μειονεκτικές ομάδες πληθυσμού. Δεν γίνεται να καταστρέφονται πάρκα για να γίνουν γκαράζ και εμείς να σιωπούμε. Δεν γίνεται να γεμίζουν ταράτσες με παράνομες και επικίνδυνες κεραίες και εμείς να σιωπούμε. Δεν γίνεται να καταστρέφονται αρχαιολογικοί χώροι για να γίνουν χωματερές και εμείς να σιωπούμε. Το Πολιτιστικό μας Κέντρο μπορεί και πρέπει να αποτελέσει μέρος του κινήματος «Δεν Πληρώνω». Δεν πληρώνουμε διόδια για ανύπαρκτους και επικίνδυνους δρόμους. Δεν πληρώνουμε την παράλογη αύξηση στα εισιτήρια των αστικών συγκοινωνιών, ούτε συναινούμε στη συρρίκνωση και την ιδιωτικοποίησή τους. Αντιδρούμε στις συγχωνεύσεις στο κλείσιμο και την υποχρηματοδότηση των δημόσιων σχολείων. Αντιδρούμε στην επιβολή εισιτηρίου στα δημόσια νοσοκομεία. Αυτά τα ζητήματα που μας αφορούν σαν εργαζόμενους, σαν γονείς, σαν χρήστες κοινωνικών υποδομών, σαν πολίτες αυτής της πόλης και πρέπει να μπουν στην «ατζέντα» του Πολιτιστικού όπως μπήκαν η ερασιτεχνική δημιουργία, ο αθλητισμός, η ψυχαγωγία, το φιλειρηνικό κίνημα.

Και συνεχίζουμε με ένα θέμα που επίσης είναι φλέγον αυτό του συνεδρίου της UNION SKYPT που πραγματοποιήθηκε τον περασμένο Μάιο στην χώρα μας και για το επόμενο Συνέδριο που έρχεται. Αυτά λοιπόν που διαπιστώσαμε δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικά, το όργανο αυτό δεν παράγει ουσιαστικό έργο, δεν έχει σαφή προσανατολισμό και στίγμα, που να βοηθάει και να επεκτείνει τη σύσφιξη σχέσεων μεταξύ των λαών των χωρών που συμμετέχουν, την ανταλλαγή ιδεών και πολιτισμού μεταξύ τους. Είναι ένας θεσμός, αποστειρωμένος και απομονωμένος από το κοινωνικό γίγνεσθαι και το κυριότερο με χαρακτήρα καθαρά τουριστικό και δημοσίων σχέσεων, παρά πολιτιστικό.   Τούτο δε αποδεικνύεται και αν διαβάσει κανείς το τεύχος περιοδικού μας  του Σεπτεμβρίου όπου γράφει ο Γραμματέας του Πολιτιστικού κος Κασόλας για το συνέδριο και αφήνω σε σας τις διαπιστώσεις σας… δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να αναφέρεται στα αξιοθέατα που επισκεφθήκαμε στην φιλοξενία μας και πόσο καλά περάσαμε..
Επίσης,  περιμέναμε μετά την πραγματοποίηση του συνεδρίου εμείς τα μέλη του ΔΣ που παρευρεθήκαμε, να εκθέσουμε τις απόψεις μας στο πρώτο ΔΣ που θα ακολουθούσε τον Ιούνιο δηλαδή. Μας είπαν λοιπόν από το Προεδρείο ότι δεν ήταν έτοιμα τα οικονομικά του Συνεδρίου και για αυτό θα το συζητήσουμε το θέμα από Σεπτέμβρη. Αντί αυτού αιφνιδιαστικά στο επόμενο ΔΣ του Ιουλίου συζητήθηκε το θέμα γνωρίζοντας ότι είναι περίοδος αδειών, «μεταξύ μας μεταξά» αφού έλειπαν τρία μέλη του ΔΣ που ήταν στο Συνέδριο εκτός της πλειοψηφίας «Πολιτιστικής Αλλαγής;» και συγκεκριμένα ο Βαγγέλης Ζαρέντης από την Δαπκε, ο Νάσος Αργυρίου από την ΑΣΕ και εγώ ως εκπρόσωπος τη πολιτιστικής Ενότητας.
Από το  επόμενο ΔΣ ζητήσαμε επανηλειμμένα να συζητηθεί το θέμα και η απάντηση ήταν ή αρνητική ότι αυτό έγινε τον Ιούλιο είτε- και μετά από πιέσεις -ότι θα συζητηθεί σε κάποιο από τα επόμενα ΔΣ.
Και ξέρετε συνάδελφοι και συναδέλφισσες πότε ήρθε να συζητηθεί το θέμα; όταν ήθελαν να τακτοποιήσουν  το επόμενο ταξιδάκι στο νέο συνέδριο της UNION. Μάλιστα χωρίς να είναι στην ημερήσια διάταξη σαν θέμα η οποία αυτή έλεγε ΓΑΣ και όχι UNION SKYPT.

Θεωρώ πρόκληση να πηγαίνουν μέλη του ΔΣ δωρεάν ταξίδια με χρήματα που πληρώνουν συνάδελφοί μας με πολύ δυσκολία αυτό τον καιρό με άλλοθι ένα συνέδριο που δεν είχε ποτέ στο παρελθόν έμπρακτο όφελος στα μέλη μας. Και να πηγαίνουν κάποια μέλη του ΔΣ που δεν έχουν προσφέρει στο Πολιτιστικό ή δεν δείχνουν διάθεση να προσφέρουν και είτε αποτελούν βιτρίνες στην καλύτερη των περιπτώσεων είτε στην χειρότερη θέλουν να επωφεληθούν με τέτοιου είδους ταξιδάκια. Και εγώ θα μπορούσα να πάω δωρεάν αλλά δεν το έκανα γιατί το θεωρώ πρόκληση και η συνείδησή μου δεν το επιτρέπει τόσο απέναντι σε αυτούς που με ψήφισαν όσο και σε αυτούς που δεν με ψήφισαν και είναι περισσότεροι.

Και ενώ σπαταλάμε εδώ τα χρήματα χωρίς δυσκολία, δυσκολευόμαστε να πάρουμε τις αποφάσεις για θέματα σωστής λειτουργίας όπως: καθαριότητα (ειπώθηκε από το γραμματέα να μην προχωρήσουμε σε πρόσληψη 2ης καθαρίστριας για οικονομικούς λόγους), κωλυσιεργία αγοράς νέων καρεκλών γιατί είναι επικίνδυνες αυτές που έχουμε, ώρες που ζητήθηκαν για την εύρυθμη λειτουργία κάποιων τμημάτων και δεν δόθηκαν, ειπώθηκε (από πρόεδρο και γραμματέα) να μην κάνουμε φέτος δύο κοπές πίτας αλλά μία για τα παιδικά τμήματα κάτι βέβαια που δεν πέρασε, πάγωμα της ανανέωσης του site και άλλα.

Επίσης για το κτιριακό ζήτημα δεν πρέπει να επαναπαυόμαστε και ότι η DT δεν το θεωρεί ιδιοκτησία της και καλλιεργεί την αδράνεια και τον εφησυχασμό. Μέχρι και η ΟΜΕ ΟΤΕ έχει καταληκτική ημερομηνία παράδοσης του κτιρίου στην οδό Σταδίου. Το κλίμα αβεβαιότητας λοιπόν συνεχίζεται…

Ακόμη, οι προτάσεις για διασκέδαση σε νυκτερινά κέντρα αμφιβόλου ποιότητας αποτελούν και πάλι το επίκεντρο των δραστηριοτήτων του ΠΚ παρότι επανηλειμμένα έχουμε καταθέσει τις ενστάσεις μας.

Ζήτησα, ως νέο μέλος του ΔΣ, να ενημερωθώ για τις εκδηλώσεις που πραγματοποιούνται στο ΠΚ και να έχω πλήρη και αναλυτικά στοιχεία. Φθάσαμε στο τελευταίο ΔΣ πριν τη ΓΑΣ να μάθω ότι Πρόεδρος και Γραμματέας τα χειρίζονται εν λευκώ και ότι βέβαια υπάρχουν οι αποδείξεις για όλες τις εκδηλώσεις και δεν μπορούν να περάσουν στα οικονομικά γιατί το ΠΣ δεν μπορεί να εισπράττε,ι αλλά δεν έρχονται προς ενημέρωση των μελών του ΔΣ . Δική μας άποψη είναι ότι υπάρχει θέμα οικονομικής διαφάνειας και σοβαρό κενό πληροφόρησης και επομένως,  είτε δεν θα πραγματοποιούνται εκδηλώσεις είτε αν συνεχίσουν να γίνονται θα έχουμε πλήρη και αναλυτικά στοιχεία κάθε μήνα στο ΔΣ αλλιώς εμείς ως παράταξη δεν θα τα ψηφίζουμε. Επίσης θέλουμε ενημέρωση και πριν την εκδήλωση, ότι έχει  εκδηλωθεί ενδιαφέρον για την αίθουσα από την τάδε υπηρεσιακή λειτουργία ή συνδικαλιστικό όργανο και έχει ζητήσει αυτό και αυτό.

Έχουμε κατά επανάληψη τονίσει και από αυτό το βήμα, ότι μας ενδιαφέρουν οι αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες και πιστεύουμε ότι θα έπρεπε το Πολιτιστικό μας Κέντρο να έχει ως ανώτερο όργανο την Γενική Συνέλευση των μελών του και όχι μια αδιάφορη και επετειακή συνέλευση αντιπροσώπων. Τα πρωτοβάθμια σωματεία του ΟΤΕ υιοθέτησαν τις αντιπροσωπευτικές συνελεύσεις γιατί έχουν Πανελλαδικό χαρακτήρα και αντικειμενική δυσκολία συγκρότησης Γενικής Συνέλευσης. Εμείς όμως συνάδελφοι είμαστε Πολιτιστικό Κέντρο Νομού και συνεπώς δεν υπάρχει σοβαρός λόγος ύπαρξης Γ.Α.Σ. Άλλη μία φορά ζητάμε να γίνει επιτέλους καταστατική αλλαγή για να διορθώσει μια καταφανώς λανθασμένη επιλογή

Με αφορμή το «μαγείρεμα» που έγινε στο υπό διαμόρφωση Τμήμα Μπάσκετ θα ήθελα να πω κάτι, που κατ΄επανάληψη το έχουμε τονίσει, ότι η πλειοψηφία οφείλει να σέβεται την μειοψηφία.
Όπως είπε Ο ΟΥΜΠΕΡΤΟ ΕΚΟ: Δημοκρατία δεν σημαίνει πως η πλειοψηφία έχει το δίκιο. Σημαίνει πως έχει το δικαίωμα να κυβερνάει. Δημοκρατία δεν σημαίνει ότι η μειοψηφία έχει άδικο. Σημαίνει πως ενώ σέβεται την κυβερνητική πλειοψηφία, υψώνει δυνατά τη φωνή της κάθε φορά που νομίζει οτι η πλειοψηφία έχει άδικο ( ή ακόμη χειρότερα όταν αντιτίθεται στους νόμους, την ηθική και τις αρχές της δημοκρατίας ), και οφείλει να το πράττει δυναμικά, γιατί αυτή είναι η εντολή των πολιτών. Οταν η πλειοψηφία υποστηρίζει ότι έχει δίκιο και η μειοψηφία δεν αντιδράει, τότε η δημοκρατία βρίσκεται σε κίνδυνο. ΕΜΕΙΣ Ως ΜΕΙΟΨΗΦΙΑ ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΤΑΚΤΙΚΗ ΘΑ ΑΝΤΙΔΡΑΜΕ!!!

Συνάδελφοι και συναδέλφισσες,  θέλει όραμα και ιδεολογία ο πολιτισμός. Θέλει κέφι μεράκι όρεξη και γνώσεις. Εμείς αυτά τα έχουμε και σε συνδυασμό με το ότι δεν ανακαλύψαμε τώρα τον πολιτισμό για να πιάσουμε μία καρέκλα αλλά ήταν και είναι μία μακρόχρονη πορεία και αναζήτηση, προσπαθήσαμε ανιδιοτελώς και καλοπροαίρετα πάντα, αλλά και χωρίς φόβο και αναστολές, να παρθούν εκείνες οι αποφάσεις που σκοπό έχουν τη βέλτιστη λειτουργία του ΠΚ, με γνώμονα  αρχές και αξίες προς όφελος των εργαζομένων. Και αυτό θα συνεχίσουμε να κάνουμε κα στο μέλλον.