Αγωνιστική παρέμβαση στις εκλογές του ΠΚΕ-ΟΤΕ


Εκλογές Πολιτιστικού Κέντρου Εργαζομένων ΟΤΕ Ν. Αττικής 26 – 30 Μαρτίου 2012

           
Αγωνιστική παρέμβαση στις εκλογές του ΠΚΕ-ΟΤΕ Ν.Αττικής
Στα χρόνια του μνημονίου και της ξένης οικονομικής κατοχής η τέχνη κι ο πολιτισμός, η έκφραση των ανθρώπων του μόχθου και της εργασίας, είναι όσο ποτέ προηγούμενα όρος επιβίωσης και αντίστασης. Μας το δίδαξε η πρόσφατη ιστορία μας με την πολιτιστική άνθιση τα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης, το έδειξε - πιο κοντά μας - το πολιτιστικό κίνημα των χρόνων της δικτατορίας...         ΤΩΡΑ λοιπόν που βιώνουμε τις συθέμελες ανατροπές σε βάρος των εργαζομένων, των ανέργων, των συνταξιούχων, σε βάρος όλης της κοινωνίας και που πρέπει να διαχειριστούμε και να αναστρέψουμε την στρατηγικού χαρακτήρα ήττα του κόσμου της εργασίας....
 ΤΩΡΑ που η ήττα μας αυτή μεθοδεύτηκε σε βάρος μας από ξένα και ντόπια κέντρα, που θέλουν γονατισμένο τον λαό μας και λεηλατημένη την χώρα μας, προς όφελος των «αγορών» δηλαδή των τραπεζιτών και των τοκογλύφων....
ΤΩΡΑ που η τρόικα και η απονομιμοποιημένη κυβέρνηση του ένοχου δικομματισμού και οι ανεπαρκείς και συμβιβασμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες, είναι τόσο καθαρά απέναντι μας....
 Κάθε γωνιά έκφρασης και ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ, κάθε πολιτιστική πρωτοβουλία εργαζομένων, όπως το δικό μας Πολιτιστικό Κέντρο, έχει σημαντικό και αναντικατάστατο ρόλο.
Μπορεί και πρέπει να συμβάλει στην αφύπνιση του κόσμου που έχει παραλύσει από τα απανωτά χτυπήματα. Μπορεί να μετατραπεί με το τραγούδι, τον χορό, το θέατρο, την ζωγραφική σε κέντρο αντίστασης και ελπίδας. Να συμβάλει στην ανύψωση του πνευματικού επιπέδου των μελών του και να είναι διέξοδος δημιουργικότητας χαράς και αισιοδοξίας.  
Είναι όμως σήμερα σε θέση να το κάνει;
Τα τελευταία χρόνια το Πολιτιστικό μας κέντρο ελέγχεται απόλυτα από την Πολιτιστική Αλλαγή (ΠΑΣΚΕ) που το έχει μετατρέψει σε γραφείο δημοσίων σχέσεων του πολιτικού και συνδικαλιστικού της φορέα. Η χρήση του ΠΚΕ-ΟΤΕ ως μακρύ χέρι του μνημονιακού και δικομματικού συνδικαλισμού, έχει απομαζικοποιήσει το Πολιτιστικό κέντρο, και το έχει απομακρύνει από τους νέους οι οποίοι στην μεγάλη τους πλειοψηφία δεν είναι καν μέλη του. Μακριά από τους αγώνες και τις αντιστάσεις που αναπτύσσονται στην κοινωνία κατά των πολιτικών της λιτότητας, της ανεργίας, της φτώχιας, της Περιβαλλοντικής υποβάθμισης, της περιστολής ατομικών δικαιωμάτων, της ανατροπής των εργασιακών δικαιωμάτων μας. Μακριά από δράσεις αλληλεγγύης σε όσους πλήττονται από την κρίση και την επίθεση κυβέρνησης – τρόικας. Καλλιεργούν μια απολίτικη, ελιτίστικη και άκρως βολική για το σύστημα αντίληψη για τον πολιτισμό. Μια αντίληψη που θέλει τον πολιτισμό ξεκομμένο από τις καθημερινές μάχες, σε μια αποστειρωμένη γυάλα χωρίς ενοχλητικές αιχμές και λαϊκές διεκδικήσεις.
Αλλά και η όποια ενασχόληση τους με τον πολιτισμό είναι στην βάση της επιδοκιμασίας της εμπορευματοποίησης του «πολιτιστικού προϊόντος» από την κυρίαρχη ιδεολογία. Αποδέχονται στην πράξη την αγοραία άποψη ότι πολιτισμός είναι ότι «πουλάει» και προωθούν προτάσεις για διασκέδαση σε νυχτερινά κέντρα αμφιβόλου ποιότητας, ενώ υποβαθμίζονται η αγνοούνται εναλλακτικές προτάσεις ψυχαγωγίας με παιδευτικό χαρακτήρα. Η υιοθέτηση προϊόντων υποκουλτούρας επενδύεται με το άλλοθι  ότι «αυτά ζητάει ο κόσμος». Στο όνομα της πολυφωνίας (;) ισοπεδώνονται ποιοτικές προτάσεις και σκουπιδαριό μαζί. Ακόμα αγνοήθηκαν προτάσεις για χορήγηση φθηνών εισιτηρίων ποιοτικών μουσικών παραστάσεων, ενώ φέτος δεν πραγματοποιήθηκε ο επιτυχημένος θεσμός της επιδότησης θεατρικών εισιτηρίων. Η είσοδος του Πολιτιστικού κέντρου εξακολουθεί να μοιάζει με (μάλλον ακριβό) ταξιδιωτικό πρακτορείο. Τα τμήματα φυτοζωούν από τους χαμηλούς προϋπολογισμούς και το έργο τους διεκπεραιώνεται μόνο από το μεράκι και το φιλότιμο των υπευθύνων τους. Ακόμα και η πολύτιμη προσφορά της ερασιτεχνικής δημιουργίας των μελών αλλά και των στελεχών του ΠΚ «πνίγονται» σε ένα γενικότερο κλίμα απαξίας. 
Απέναντι σε αυτή την παρακμή, που με ευθύνη της πλειοψηφίας έχει οδηγηθεί το ΠΚΕ-ΟΤΕ, η Πολιτιστική Δημιουργία προτείνει και αγωνίζεται επί χρόνια για:

  • Ερασιτεχνική δημιουργία και δημιουργική αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου και όχι κατανάλωση φθηνών πολιτιστικών υποπροϊόντων.
  • Μαζικό λαϊκό αθλητισμό και όχι πρωταθλητισμό της ντόπας και της διαπλοκής.
  • Προβολή της ερασιτεχνικής δημιουργίας που παράγουν τα τμήματα του ΠΚΕ στους χώρους δουλειάς. Μαζική ένταξη των νέων συναδέλφων στο Πολιτιστικό.
  • Αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες με κατάργηση της ΓΑΣ και επαναφορά των γενικών συνελεύσεων των μελών – δημοκρατική λειτουργία ΔΣ - οικονομική διαφάνεια.
  • Δημιουργική επαφή με την φύση – όχι στην μαζική κατανάλωση τηλεσκουπιδιών.
  • Αλληλεγγύη στους κολασμένους της γης, με ανοχή στην διαφορετικότητα και τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες καθενός.
  • Ένα δικαιότερο κόσμο για εμάς και τα παιδιά μας.
  • Αντίσταση στα μνημόνια της φτώχιας με το τραγούδι, τον χορό, τον χρωστήρα, την πένα.
  • Αγώνες για την παγκόσμια ειρήνη, για το περιβάλλον, για την προστασία των ελεύθερων χώρων από την εμπορευματοποίηση, για την ποιότητα της ζωής μας.
Να ανακτήσουμε αξίες και ιδανικά που στην πορεία τα χάσαμε και αποτελούν θεμέλιο λίθο για την ύπαρξή και συνέχισή μας όπως: Ελευθερία, αγάπη, αλληλεγγύη, συλλογικότητα, ανθρωπιά. Να αποτρέψουμε την  ιδεολογική κυριαρχία του ευτελούς, του εύκολου πλουτισμού, του ωχαδερφισμού, της αλαζονείας, της διαφθοράς, της αδιαφορίας για τον συνάνθρωπο. Να αντισταθούμε στον αμοραλισμό, τις πελατειακές σχέσεις, τον ατομικισμό, την υποβάθμιση όλων των μορφών συλλογικότητας και αλληλεγγύης, την μετριότητα, την αμάθεια.
Ενισχύουμε το ψηφοδέλτιο της ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ που πλαισιώνεται από συναδέλφους που έχουν  πολύχρονη συμμετοχή στα Τμήματα του Πολιτιστικού Κέντρου και το έχουν υπηρετήσει από θέσεις ευθύνης ως εκλεγμένα μέλη στο Διοικητικό Συμβούλιο. Με άποψη για τον Πολιτισμό, με ήθος, αγωνιστικότητα και ανιδιοτέλεια.

Στις εκλογές του Πολιτιστικού μας Κέντρου
Χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδούμε! (Οδυσσέας Ελύτης)
Ψηφίζουμε Πολιτιστική Δημιουργία
Οι Υποψήφιοί μας
Ανδρονικίδης Γεώργιος
Λουκάτος Γεράσιμος
Πράπας Παναγιώτης
Βαβουτάκη Ευγενία
Λουκρέζης Δημήτριος
Ραπανάκης Εμμανουήλ
Βασιλειάδου Χρυσάνθη
Μακρής Χαράλαμπος
Σαμίου Αγγελική
Βασιλομανωλάκης Γεώργιος
Μανωλόπουλος Γεώργιος
Σιάκας Βασίλης
Δούκας Ιωάννης
Μαρτάκου Παναγιώτα
Σιατερλής Παναγιώτης
Ζηκίδη Αντιγόνη
Μαύριακα Χρυσούλα
Σκουλαρίκης Σπυρίδων
Ζιάμπας Γεώργιος
Μιχαλακοπούλου Βασιλική
Σκουρογιάννης Γεώργιος
Ηλούση Αναστασία
Μιχαλοπούλου Δέσποινα
Σπανός Παναγιώτης
Καφεντζή Γεωργία
Μπουμπουγιάννη Μαλάμω
Σπυρόπουλος Αλέξιος
Κολιός Κωνσταντίνος
Μπούτση Βασιλική
Στάικου Σεβαστή
Κουκουσέλης Ιωάννης
Μπούτσης Ιάκωβος
Στρατούλης Δημήτριος
Κούφαλης Γεώργιος
Νίκου Σωτήρης
Τριαντάφυλλος Κωνσταντίνος
Κυδωνάκης Στυλιανός
Παπάζογλου Σοφία
Τσάγκα Σουλτάνα - Τάνια
Κυτέας Ανδρέας
Πατήρης Νικόλαος
Τσιρώνης Δημήτριος
Λάζαρης Μιχαήλ
Πισκοπάνης Μιλτιάδης
Τσιρώνης Κωνσταντίνος
Λάμπρος Διονύσιος
Πολυζώτης Γρηγόριος
Φυσελιάς Γρηγόριος
Λάμπρου Αθανάσιος



Πρόγραμμα κάλπης εκλογών ΠΚΕ


Πολιτιστικό κεντρο εργαζομενων οτε

Νομού Αττικής


ΕΦΟΡΕΥΤΙΚΗ  ΕΠΙΤΡΟΠΗ
ANAKOINΩΣΗ    ΑΡΙΘΜΟΣ 3      Αθήνα, 19/3/2012
 ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ  ΕΚΛΟΓΩΝ
Συνάδελφοι,
Οι εκλογές για την ανάδειξη οργάνων του Πολιτιστικού μας Κέντρου   (Διοικητικό Συμβούλιο - Εφορευτική  Επιτροπή - Ελεγκτική Επιτροπή - Γ.Α.Σ. ) θα γίνουν από 26 μέχρι και  30 / 3 / 2012.
Το πρόγραμμα κίνησης της κάλπης είναι:
è ΔΕΥΤΕΡΑ 26/3/2012
08.00 - 10.30
11.30 - 13.00
14:00 - 19:00
ΠΑΡΝΗΘΑ (Αποθήκες)
ΣΥΠΑ (Ιεροσολύμων)
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΜΕΓΑΡΟ
è ΤΡΙΤΗ 27/3/2012                
07.30 - 09.30
10.00 – 11.30
12:30 – 18:00
ΘΗΒΩΝ 42 (Λεύκα)
ΠΕΙΡΑΙΑΣ (Καραολή & Δημητρίου)
COSMOTE (Αχαρνών) 
è ΤΕΤΑΡΤΗ 28/3/2012
08.00 – 19.00
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΜΕΓΑΡΟ


è ΠΕΜΠΤΗ  29/3/2012
08.00 – 15.00
15.30 – 19.30
ΚΑΛΛΙΘΕΑ (Πρώην Σχολές ΟΤΕ)
ΝΥΜΑ (3ης Σεπτεμβρίου)
è ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 30/3/2012
08.00 – 19.00
ΝΥΜΑ (3ης Σεπτεμβρίου)
·      Δικαίωμα ψήφου έχουν οι συνάδελφοι που έγιναν μέλη του Πολιτιστικού Κέντρου μέχρι την 26/12/2011 και υπηρετούν στο Νομό Αττικής.
·     Η ψηφοφορία θα γίνεται με την επίδειξη:  Αστυνομικής ή υπηρεσιακής ταυτότητας    ή  Δελτίου μέλους του Πολιτιστικού Κέντρου  ή  Βιβλιαρίου Υγείας του ΤΑΠ – ΟΤΕ
Ο Πρόεδρος
Καλύβας Γεώργιος
Ο Γραμματέας
Αϊβατζίδης Ιωάννης
Για την Εφορευτική Επιτροπή
Δημάρατος Ηλίας, Κροσάρης Ηλίας, Μουστής Γεώργιος, Σιαχάμης Ηλίας, Σπηλιωτάκος Βασίλειος

Οθωμανική περίοδος και 1821 στον κινηματογράφο

Αναδημοσίευση από την Αυγή

ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΤΑΘΗ*

Είναι κοινή αίσθηση ότι οι κινηματογραφικές ταινίες με θέμα την επανάσταση του 1821 είναι πολύ λίγες. Ωστόσο, η διερεύνηση της ελληνικής φιλμογραφίας κατέδειξε 27 ταινίες που αφορούν στο Εικοσιένα και στην προγενέστερη οθωμανική περίοδο. Από αυτές, οι 15 αναφέρονται στην επανάσταση (έστω και αν ορισμένες επικεντρώνονται στην περίοδο προετοιμασίας της επανάστασης και τελειώνουν με την έναρξή της), οι 11 αφορούν σε προεπαναστατική περίοδο (από τις οποίες τουλάχιστον 5 στα χρόνια του Αλή πασά), και μία επικεντρώνεται στη στάση του οθωνικού καθεστώτος απέναντι στους αγωνιστές.
Ο συνολικός αριθμός είναι μεγαλύτερος από τον αριθμό των ταινιών που αφορούν στην αρχαιότητα ή στο Βυζάντιο, είναι όμως υποπολλαπλάσιος των ταινιών φουστανέλας ή αυτών που επικεντρώνονται στα ιστορικά του εικοστού αιώνα και ιδιαίτερα της δεκαετίας 1940-1950. Τα πολεμικά γεγονότα της τραγικής δεκαετίας, ζωντανά στη λαϊκή μνήμη μέχρι πρόσφατα, και το ακριβότερο οικονομικό μέγεθος για το γύρισμα μιας ταινίας εποχής, συνιστούν ερμηνευτικές πλευρές αυτής της δυσαναλογίας. Εξάλλου, οι αλλαγές του μεσοπολέμου και της δεκαετίας του 1940 σε όλο το φάσμα της ζωής (πολιτική γεωγραφία, ιδεολογικές διαιρέσεις, κοινωνική κινητικότητα, εξαστισμός, οικονομικές δομές) συνιστούν ισχυρότερες τομές που καθορίζουν την κοινωνική θέση και ταυτότητα των ατόμων στη μεταπολεμική ελληνική κοινωνία. Και τούτο μολονότι η λογοκρισία δεν επιτρέπει παρά μια διαθλασμένη μεταφορά αυτών των εμπειριών στο πανί. Αντίθετα, και παρά το γεγονός ότι το Εικοσιένα συνιστά την ιδρυτική θεμελίωση του ελληνικού έθνους και κράτους, η κοινωνία που προέκυψε από την επανάσταση μοιάζει πλέον πολύ μακρινή και διαφορετική από τη μεταπολεμική Ελλάδα.
Από τις 27 ταινίες οι 4 γυρίστηκαν στο μεσοπόλεμο και οι σχετικές πληροφορίες είναι ελάχιστες και αντιφατικές. Η παραγωγή τους στα χρόνια 1926 και 1929 πιθανόν σχετίζεται με την εκατονταετηρίδα από την επανάσταση, που, λόγω της μικρασιατικής εκστρατείας, γιορτάστηκε το 1930. Στο διάστημα 1945-1974 γυρίστηκαν 19 ταινίες, με πρώτη το ντοκιουντράμα «Εξόρμησις» (1945 σκηνοθεσία: Γιάννης Χριστοδούλου), που αφορά όλο το διάστημα από την επανάσταση μέχρι και τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο. Στην περίοδο αυτή παρουσιάζονται δύο πυκνώσεις: η παραγωγή τεσσάρων ταινιών το 1959 εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση παραγωγής ταινιών ορεινής περιπέτειας και αγροτικών δραματικών ειδυλλίων ήδη από το 1955. Το ιστορικό ρομάντζο είναι κυρίαρχο και στις τέσσερις αυτές ταινίες (δύο για τον Αλή πασά και την κυρά Φροσύνη και από μία για το Σούλι και τη Μπουμπουλίνα). Πιθανότατα επίσης σχετίζονται με την όξυνση του κυπριακού προβλήματος την ίδια περίοδο. Η επόμενη πύκνωση παρατηρείται στο διάστημα 1970-1972 και σχετίζεται προφανώς με την επέτειο των 150 χρόνων από την επανάσταση. Τέλος, 4 ταινίες γυρίστηκαν μετά το 1974.
Αρκετές από τις ταινίες της μεταπολεμικής περιόδου αποτελούν φτηνές παραγωγές, που ανήκουν ουσιαστικά στον τύπο του δραματικού ειδυλλίου και στοχεύουν κυρίως στο ευρύ κοινό της επαρχίας. Οι ιστορικές αναφορές σε αυτές τις ταινίες παίζουν δευτερεύοντα ρόλο. Γενικότερα, το ιστορικό ρομάντζο συνιστά βασικό στοιχείο των περισσότερων ταινιών: π.χ. τρεις ταινίες αποτελούν κινηματογραφικές μεταφορές του δραματικού ειδυλλίου «Εσμέ η τουρκοπούλα» του Σπυρίδωνα Περεσιάδη, δύο πραγματεύονται το ειδύλλιο της Φροσύνης με τον Μουχτάρ, γιο του Αλή πασά, μία επικεντρώνει στη σχέση της Μαντώς Μαυρογένους με τον Δημήτριο Υψηλάντη. Η ιστορική διαχείριση του έρωτα και του γάμου είναι αναχρονιστική και απηχεί περισσότερο σύγχρονες κοινωνικές αντιπαραθέσεις σε μια ολοένα αστικοποιούμενη κοινωνία: ο αποφασιστικός ή μη ρόλος των γονέων στην επιλογή συζύγου, η ερωτική σχέση και ο γάμος μεταξύ ατόμων από διαφορετικά και άνισα κοινωνικά στρώματα, οι προγαμιαίες σχέσεις κλπ.
Έχει υποστηριχθεί ότι οι ταινίες για το Εικοσιένα εκφράζουν μια κοινή ιδεολογία, αναπαράγοντας τα στερεότυπα της επίσημης ιστορίας, γνωστά από τα σχολικά βιβλία και τις εθνικές επετείους. Μια ενδελεχέστερη ματιά όμως υποδεικνύει ότι στις εν λόγω ταινίες μπορούν να εντοπιστούν σημαντικές αποκλίσεις. Οπωσδήποτε συνιστά κοινό τόπο η άποψη ότι οι Ρωμιοί της οθωμανικής περιόδου είχαν συγκροτημένη ελληνική εθνική ταυτότητα και απλώς περίμεναν την ώρα του ξεσηκωμού, το «πλήρωμα του χρόνου», έννοια που προέρχεται από την θρησκευτική αντίληψη της θείας πρόνοιας.
Σε αυτό δεν διαφοροποιούνται ούτε οι ταινίες αριστερής απόχρωσης: παρά τις τομές του μεσοπολέμου, η αριστερή μεταπολεμική ιστοριογραφία διολισθαίνει συνεχώς σε εθνικιστικές θέσεις, απόρροια εν πολλοίς του εθνικού αντιστασιακού χαρακτήρα του ΕΑΜ, αλλά και των αναγκών που προκύπτουν από την αντιπαράθεση με την εμφυλιακή ιδεολογία της εθνικοφροσύνης ή από την έξαρση του κυπριακού. Έτσι, ούτε οι αριστερής προέλευσης ταινίες πραγματεύονται το ζήτημα της συγκρότησης της εθνικής ταυτότητας και, συνακόλουθα, τις ιδεολογικές προϋποθέσεις της επανάστασης. Μοναδική εξαίρεση, η λανθάνουσα και έμμεση αμφισβήτηση του ενιαίου του ελληνικού έθνους στην ταινία «Βαβυλωνία» (1970) του Γιώργου Διζικιρίκη. Βασισμένος στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Δ. Βυζάντιου, ο Διζικιρίκης παρουσιάζει τις κωμικές παρεξηγήσεις που προκύπτουν, όταν την επαύριο της ναυμαχίας του Ναβαρίνου βρίσκονται, συγκεντρωμένοι σε μια λοκαντιέρα στο Ναύπλιο, Ρωμιοί από διάφορες περιοχές με σημαντικές γλωσσικές και πολιτισμικές διαφορές.
Η αντιπαράθεση μεταξύ αριστερής και δεξιάς ιστοριογραφίας μεταπολεμικά επικεντρώνεται στην ταξική πάλη στην οθωμανική και την επαναστατική περίοδο. Σχηματικά, η αριστερά θεωρεί ότι οι κοτζαμπάσηδες και οι Φαναριώτες συνεργάζονται με τους Τούρκους και καταπιέζουν τους αγρότες. Οι κλέφτες και οι αρματολοί συνιστούν κίνημα αντίστασης, τόσο στην ταξική όσο και στην εθνική κυριαρχία. Στην επανάσταση οι κοτζαμπάσηδες και οι Φαναριώτες συμμαχούν με τους μεγαλοκαραβοκυραίους των νησιών και, για να διατηρήσουν τα κεκτημένα τους, ξεπουλούν στις ξένες μεγάλες δυνάμεις το λαϊκό επαναστατικό αγώνα που έχει μπροστάρηδες τους καπεταναίους των κλεφταρματολών. Για τη δεξιά ιστοριογραφία ενιαίο το ελληνικό έθνος αντιστέκεται και επαναστατεί ενάντια στον κατακτητή. Αυτή η προσέγγιση αποτυπώνεται, σαφώς ή λανθανόντως, στις περισσότερες από τις ταινίες, όχι όμως σε όλες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της δεξιάς οπτικής συνιστά η ταινία «Σταυραετοί» (1963, σκηνοθεσία Παναγιώτης Κωνσταντίνου, σενάριο: Νίκος Φώσκολος). Ενώ σε όλη τη διάρκεια της ταινίας ο προεστός εμφανίζεται να τα έχει καλά με τους Τούρκους, στο τέλος αποκαλύπτεται ότι είναι ο επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας στην περιοχή, ενισχύοντας μυστικά τους κλέφτες μέσω του ηγουμένου ενός μοναστηριού. Στο τέλος όλοι αυτοί ενωμένοι συμμετέχουν στην επανάσταση. Αντίθετα, στην ταινία του Γιώργου Πετρίδη «Σαράντα παλικάρια» (1961) οι κλέφτες αγωνίζονται εναντίον των Τούρκων αλλά και του πλούσιου κοτζάμπαση που καταπιέζει τους χωρικούς παίρνοντας πολύ παραπάνω από τα δοσίματα που απαιτούν οι Τούρκοι. Αρνητικά πρόσωπα στην ταινία είναι ο προδότης, κολίγος του προεστού, και ένας κλέφτης που βγήκε στο βουνό για ιδιοτελείς σκοπούς. Στη «δίκη των δικαστών» (1974, Πάνος Γλυκοφρύδης) το βαυαρικό καθεστώς σε συνεργασία με τους φαναριώτες, Μαυροκορδάτο και Σχινά, και τον Κωλέττη, καταδιώκει τους ηγέτες της επανάστασης Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα, με στόχο να στερεώσει την πολιτική κυριαρχία και την οικονομική εκμετάλλευση του ελληνικού έθνους. Είναι εμφανείς εδώ οι αναλογίες με το χουντικό καθεστώς που στηρίζεται από την αμερικανική πολιτική.
Όπως έχει δείξει ο Πολυμέρης Βόγλης, αναλύοντας τον εμφύλιο πόλεμο του 1946-49 στον κινηματογράφο, κατά την περίοδο της δικτατορίας παράγεται μια ερμηνεία που εκφράζει το χουντικό καθεστώς: υπεύθυνοι για τον εμφύλιο είναι οι πολιτικοί που υπηρετούν ξένα συμφέροντα, σε αντίθεση με τους στρατιωτικούς που μοχθούν για την εθνική συμφιλίωση. Δύο από τις αρτιότερες τεχνικά κινηματογραφικές παραγωγής για το Εικοσιένα της δικτατορικής περιόδου εκφράζουν μια αντίστοιχη ιδεολογία. Στον «Παπαφλέσσα» (1971, Ερρίκος Ανδρέου) και στη «Μαντώ Μαυρογένους» (1971, Κώστας Καραγιάννης) οι πολιτικοί για λόγους ιδιοτέλειας και φιλοδοξίας έσπρωξαν στην εμφύλια σύγκρουση τον αγώνα του Εικοσιένα με κίνδυνο να χαθεί η επανάσταση. Οι στρατιωτικοί, αντίθετα, αποτελούν τους θετικούς ήρωες της επανάστασης που αγωνίζονται να ξεπεράσουν τη διχόνοια, ενώ παράλληλα διεξάγουν τον πόλεμο εναντίον των Τούρκων. Πρόκειται για έναν λαϊκιστικό λόγο που συναντά παλαιότερες εκδοχές λαϊκισμού τόσο δεξιάς όσο και αριστερής προέλευσης.
Στις λίγες ταινίες που ασχολούνται με τις εν λόγω ιστορικές περιόδους μετά το 1974, οι δημιουργοί μεταστρέφουν το ενδιαφέρον τους από τα ηρωικά γεγονότα στην ψυχολογία των προσώπων και στα διλήμματα που αντιμετωπίζουν. Ο Ν. Κούνδουρος στον «Μπάιρον» (1992) διερευνά τις εσωτερικές αντιφάσεις του ποιητή ως παράδειγμα παγκόσμιου επαναστάτη. Στην ταινία, ωστόσο, η πλειονότητα των ξένων που ήλθαν να μετάσχουν στον αγώνα είχαν ιδιοτελείς σκοπούς. Ο Δήμος Θέος στον «Καπετάν Μεϊντάνο» (1987) εξετάζει τις διαδρομές δημιουργίας του θρύλου ενός κλεφτοκαπετάνιου του 17ου αιώνα. Στο «Μαύρο λιβάδι» (2009) ο Βαρδής Μαρινάκης διερευνά τα ερωτικά αδιέξοδα σε μια κοινωνία πολλαπλών απαγορεύσεων όπως είναι ο Μοριάς του 17ου αιώνα. Οπωσδήποτε τα έργα αυτής της τελευταίας περιόδου είναι ανοιχτά σε περισσότερες αναγνώσεις.


*Ο Παναγιώτης Στάθης είναι ιστορικός

Μαγιακόφσκι… Μαγιακόφσκι

Μαγιακόφσκι… Μαγιακόφσκι   -   Ποιητικό καμπαρέ


Οι “Ανήσυχοι Θεατρίνοι” παρουσιάζουν την Δευτέρα 19 Μαρτίου στις 9 μμ, στο  κινηματοθέατρο ΤΡΙΑΝΟΝ Κοδρικτώνος 21 (Πατησιων 101 – Μετρό Βικτώρια) , σε συνεργασία με την Κίνηση κατοίκων της 6ης Δημοτικης Κοινότητας  την παράσταση “Μαγιακόφσκι… Μαγιακόφσκι”. Ένα ποιητικό και μουσικό ταξίδι μέσα από τα ερωτικά γράμματα του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι προς την αγαπημένη του Λίλιαν Μπρικ. Η ερωτική του αλληλογραφία αρχίζει το 1918, με τα πρώτα του ταξίδια, και σκιαγραφεί τον μεγάλο του έρωτα μέχρι το θάνατό του το 1930.
Το έργο έχει τη μορφή “ποιητικού καμπαρέ”: τα γράμματα του ποιητή πλαισιώνονται από τα σημαντικότερα ποιήματά του, από χορούς που παραπέμπουν στις χώρες που επισκέφτηκε (Ρωσία, Γαλλία, Γερμανία, Μεξικό, Αμερική) και από τραγούδια και μουσικές που γράφτηκαν ειδικά για την παράσταση. Παράλληλα, προβάλλεται ένα βίντεο που ζωντανεύει τη δράση του Μαγιακόφσκι και τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις του.
Με την παράσταση αυτή αναδεικνύονται τα γεγονότα που σημάδεψαν τις αρχές του 20ού αιώνα, η ποιητική και καλλιτεχνική αναγέννηση που συντελέστηκε μέσα από τα έργα των φουτουριστών και των σουρεαλιστών τη δεκαετία του ’20, καθώς και η συμμετοχή του ποιητή στους πολιτικούς και πνευματικούς αγώνες της εποχής.
Οι επιστολές έχουν μεταφραστεί από την Αθηνά Κεφαλά (από τα γαλλικά), ενώ τα ποιήματα είναι σε μετάφραση Γιάννη Ρίτσου και Νίκου Παπανδρέου.
Σκηνοθεσία, διασκευή, χορογραφίες: Αθηνά Κεφαλά
Παίζουν οι ηθοποιοί: Τατιάνα Άρκου, Μαρία Μαυροματάκη, Χάρης Φλέουρας
Σύνθεση και κιθάρα: Καρλ Κοτζαμάνης
Φλάουτο: Γιούλα Ντούσικου
Επεξεργασία κινηματογραφικού υλικού: Καλομοίρα Τσιμάρα

Η Δόμνα Σαμίου δεν είναι πια κοντά μας


  Η Δόμνα Σαμίου γεννήθηκε στις 12 Οκτωβρίου 1928 στην Καισαριανή της Αθήνας και πέθανε στις 10 Μαρτίου 2012. Οι γονείς της ήταν μικρασιάτες πρόσφυγες από το Μπαϊντίρι, χωριό της περιοχής της Σμύρνης. H μητέρα της ήρθε στην Ελλάδα το 1922, ο πατέρας της, αιχμάλωτος στρατιώτης, λίγο αργότερα, με την Ανταλλαγή. Έζησε τα παιδικά της χρόνια μέσα στις απάνθρωπες αλλά παράλληλα πολύ ανθρώπινες και αλληλέγγυες συνθήκες της προσφυγιάς, κι εκεί απέκτησε τα λαϊκά ερείσματα της προσωπικότητάς της και την ατόφια συμμετοχικότητά της. Στο περιβάλλον αυτό είχε τα πρώτα μουσικά της ακούσματα απ’ τα οποία και πήγασε η αγάπη της για την παραδοσιακή μουσική.

Σε ηλικία 13 ετών η Δόμνα Σαμίου έχει την πρώτη διδακτική επαφή με τη βυζαντινή και τη δημοτική μουσική αλλά και με τη λογική της επιτόπιας έρευνας, μαθητεύοντας κοντά στον Σίμωνα Καρά, στο «Σύλλογο προς Διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής», ενώ παράλληλα φοιτά στο νυχτερινό Γυμνάσιο.
Ως μέλος της χορωδίας του Σίμωνα Καρά αρχίζει η σχέση της και με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας/Ε.Ι.Ρ όπου αργότερα, το 1954, προσλαμβάνεται στο Τμήμα Εθνικής Μουσικής. Από τη θέση αυτή γνωρίζει τους σημαντικότερους λαϊκούς μουσικούς, οι οποίοι την εποχή εκείνη της εσωτερικής μετανάστευσης συρρέουν στην Αθήνα απ’ όλες τις περιοχές της Ελλάδας, και τους οποίους το ΤΕΜ ηχογραφεί για τις εκπομπές του. Έτσι η Δόμνα εξοικειώνεται με όλα τα τοπικά μουσικά ιδιώματα. Παράλληλα κάνει μουσική επιμέλεια σε εκδόσεις δίσκων, θεατρικές εκπομπές, κινηματογραφικές ταινίες. Το 1963 αρχίζει τα ταξίδια της στην επαρχία για επιτόπιες καταγραφές και συγκέντρωση μουσικού υλικού για το προσωπικό της αρχείο με δικά της μηχανήματα.
Το 1971 παραιτείται από την Ραδιοφωνία. Την ίδια χρονιά-σταθμό αποδέχεται την πρόσκληση του Διονύση Σαββόπουλου και πρωτοεμφανίζεται στο νεανικό και αντιχουντικό Ροντέο, δίνοντας μια μεγάλη έκτοτε στροφή στη σχέση των νέων με την παραδοσιακή μουσική. Τις σημαντικές αυτές εμφανίσεις ακολουθεί η συμμετοχή στο Φεστιβάλ Μπαχ στο Λονδίνο, οργανωμένο από τη Λίλα Λαλάντη. Η λαμπρή καλλιτεχνική καριέρα της Δόμνας Σαμίου έχει ξεκινήσει θριαμβευτικά. «Πέρασε η ντροπή που είχαν για το δημοτικό τραγούδι», όπως δηλώνει σε συνέντευξή της η ίδια.
Το 1974 αρχίζει η συνεργασία με την Columbia και οι αλλεπάλληλες εκδόσεις LP. Το 1976-77 με σκηνοθέτες τον Φώτο Λαμπρινό και τον Ανδρέα Θωμόπουλο γυρίζουν στην ελληνική επαρχία είκοσι επεισόδια για την εκπομπή της ΕΡΤ «Μουσικό οδοιπορικό».

Το 1981 ιδρύεται ο Καλλιτεχνικός Σύλλογος Δημοτικής Μουσικής - Δόμνα Σαμίου με σκοπό την διάσωση και προβολή της παραδοσιακής μουσικής και κυρίως την έκδοση δίσκων και τη διοργάνωση εκδηλώσεων με αυστηρές επιστημονικές και ποιοτικές προδιαγραφές, μακρυά από τις απαιτήσεις των εμπορικών εταιριών.
Το έργο της ξεπερνά πια τα ελληνικά σύνορα. Εκδίδονται δίσκοι της στη Γαλλία και τη Σουηδία. Επί σαράντα περίπου χρόνια πραγματοποιεί σειρά συναυλιών από την Αυστραλία μέχρι τη Νότια Αμερική που όχι μόνο συγκινούν τους Έλληνες της Διασποράς αλλά και αποκαλύπτουν στους ξένους μια ποιοτική «ελληνική μουσική δίχως μπουζούκι», όπως γράφτηκε σε κάποια κριτική συναυλίας της στη Σουηδία.
Στο εσωτερικό της Ελλάδας οι εμφανίσεις της σε συναυλίες κάθε είδους και με κάθε αφορμή είναι αναρίθμητες καθώς και οι τιμητικές προσκλήσεις και τα αφιερώματα, όπως π.χ. η επετειακή παράσταση για τα 70 της χρόνια: «Η Δόμνα Σαμίου στο Μέγαρο Μουσικής: η γνωστή και άγνωστη Δόμνα», τον Οκτώβριο του 1998.
Για τις ποικίλες δραστηριότητες της συνεργάζεται με τους πιο καταξιωμένους Έλληνες και ξένους μουσικούς, μουσικολόγους, λαογράφους, εθνομουσικολόγους αλλά και διδάσκει, μυεί και αναδεικνύει πρωτόβγαλτους νέους καλλιτέχνες. Aπό το 1994 δίνει μαθήματα δημοτικού τραγουδιού για ενήλικες στο Μουσείο Ελληνικών Λαϊκών Οργάνων της Αθήνας. Πάμπολλες είναι επίσης οι πρωτοβουλίες της και έμπρακτη και ανιδιοτελής η προσφορά της σχετικά με την βελτίωση της μουσικής εκπαίδευσης των παιδιών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, αίτημα παιδαγωγικά πρωταρχικό και επιτακτικό κατά την ίδια.

Καταξιωμένη και αγαπητή για την προσφορά και την προσήνια της είδε το έργο της να αναγνωρίζεται πολλαπλά και τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις, με αποκορύφωση την απονομή μεταλλίου από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κ. Στεφανόπουλο το 2005.
Περιστοιχιζόμενη από τους συνεργάτες, φίλους και υποστηρικτές της η Δόμνα συνέχισε το έργο της έως το θάνατό της με εκδόσεις υπομνηματισμένων με αναλυτικά κείμενα θεματικών CD, την οργάνωση του ανέκδοτου προσωπικού Αρχείου της και την προετοιμασία για ανάρτησή του στο διαδίκτυο.

Ομογενοποίηση

του Γιάννη Μπασκόζου

Βαδίζουμε προς μια ομογενοποίηση της κουλτούρας; Το ερώτημα έχει τεθεί από χρόνια. Ακουγα στο ραδιόφωνο τη συνέντευξη ενός πολύ γνωστού dj και συνθέτη που επισκέφτηκε τη χώρα μας. Στην ερώτηση αν η τεχνολογία ομογενοποιεί την ηλεκτρονική, κυρίως, μουσική ήταν σκεπτικός, αν και έδωσε παραδείγματα μουσικών που πάνε αντίθετα στην ομογενοποίηση. Μια φίλη που ήρθε από το εξωτερικό μού έλεγε προχθές ότι, διαβάζοντας μαζικά τον τελευταίο καιρό σύγχρονους έλληνες λογοτέχνες, έχει την εντύπωση ότι αφηγούνται περίπου το ίδιο πράγμα. Μια τάση ομογενοποίησης υπάρχει και στο σινεμά: αρκετές ελληνικές ταινίες της νεότερης περιόδου, παρ' ότι διαθέτουν φρεσκάδα, νέους ηθοποιούς και καταρτισμένους τεχνικούς, δεν φαίνεται να συνιστούν ένα «άλλο» σινεμά.

Φυσικά δεν μπορεί κανείς να δει την ομογενοποίηση έξω από την παγκοσμιοποίηση και οι πιο βασικές αιτιολογίες είναι ότι στο παγκόσμιο χωριό όλοι καταναλώνουν τα ίδια πολιτιστικά προϊόντα, εκπορευόμενα κυρίως από την τηλεόραση. Ο Παναγιώτης Κονδύλης είχε επισημάνει την ύπαρξη της μαζικής πολιτιστικής δημοκρατίας με τη χρήση των παλιών πρωτοποριών στην υπηρεσία του μοντερνισμού: «Οι μηχανισμοί της μαζικής κατανάλωσης δημιούργησαν τους όρους υπό τους οποίους τα πνευματικά προϊόντα της παλαιάς, προ παντός όμως της μοντέρνας πρωτοπορίας, με μερικές αβαρίες και μερικούς εκχυδαϊσμούς, μπορούσαν να βρουν τον δρόμο για να μπουν στις νοητικές και αντιληπτικές συνήθειες πλατειών μαζών. Η μαζική κατανάλωση συντελείται μέσω της μαζικής διαφήμισης, της ρεκλάμας και των πλακάτ, δηλαδή μέσω εικόνων και γραφικών σχεδίων, όπου οι εμπνεύσεις, οι ιδέες και τα στερεότυπα της πρωτοπορίας τίθενται στην υπηρεσία της αγοράς». Δεν υπάρχει καλύτερη έκφραση αυτού του γεγονότος από τα free press.

Αν όμως δει κανείς τον πολιτιστικό χάρτη της Αθήνας (εν μέρει και κάποιων άλλων πόλεων) θα διαπιστώσει πόσα πολλά πολιτιστικά γεγονότα που θέλουν να είναι διαφορετικά λαμβάνουν χώρα σε μικρά θέατρα, σε υπόγεια, σε χώρους πολλαπλής έκφρασης. Μπορεί τα μεγάλα θέατρα (Μιχαηλίδη, Απλό, Ευαγγελάτου), τα παραδοσιακά περιοδικά και οι μεγάλες σκηνές να κλείνουν τον κύκλο τους, ανοίγουν όμως συνεχώς καινούργια μικρά και ευέλικτα σχήματα τα οποία και αυτά σαν πεταλούδες καίνε γρήγορα τα φτερά τους, για να μετασχηματιστούν αμέσως σε κάτι άλλο.

Υπάρχει μια πολυμορφία και μια ώσμωση των τεχνών που βαδίζει ενάντια στην ομογενοποίηση. Το διαφορετικό σε σχέση με παλαιότερες εποχές είναι ότι όλα αυτά που γίνονται δεν συνιστούν ένα ενιαίο ρεύμα, έναν συγκεκριμένο πνευματικό πυρήνα. Ομως αυτή είναι η εποχή μας... Κομματάκια του καθρέφτη πεταμένα εδώ κι εκεί που αντανακλούν το αποσπασματικό, το αγχώδες, το υβριδικό. Αυτή είναι η αγωνία των καιρών μας.
 
ΠΗΓΗ: εφημ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 12-2-2012